• Δικαστήριο: Άρειος Πάγος 
  • Τόπος: Αθήνα
  • Αριθ. Απόφασης: 927
  • Έτος: 2024

ΠΕΡΙΛΗΨΗ Αστικό Δίκαιο - Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών που συνάπτουν με την ανώνυμη εταιρεία τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της είναι κανόνα άκυρη, και κατ’ εξαίρεση έγκυρη υπό την προϋπόθεση χορήγησης ειδικής προς τούτο άδειας από τη γενική συνέλευση ή στις περιπτώσεις ένταξης της σύμβασης εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας - Έννοια "τρέχουσας συναλλαγής της εταιρείας με τρίτους" - Αδικαιολόγητος πλουτισμός - Αξίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ προς αναζήτηση της παροχής, που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης, μπορεί να ασκηθεί μόνο αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιονδήποτε λόγο.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Αριθμός 927/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα – Εισηγητή, Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή – Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Η., συζύγου Ν. Ρ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Βασιλική Οικονομοπούλου και Δημήτριο Γουβέτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο …. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/2020 του ίδιου Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 110/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου … και 7/2022 του Μονομελούς Εφετείου …. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-8-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την διάταξη του άρθρου 23 α’ παρ.2 του κ.ν. 2190/1920 “Περί Ανωνύμων Εταιρειών”, που επιγράφεται “Συμβάσεις της εταιρείας με μέλη του διοικητικού συμβουλίου”, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του Ν. 3604/2007 και πριν την κατάργησή του, από 1-1-2019, με τα άρθρα 189 παρ. α’ και 190 Ν.4548/2018 “Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών” και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων (27-6-2013), ορίζεται ότι [εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου πιστωτικές συμβάσεις] απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρείας με τα πρόσωπα της παρ. 5 χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης και ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει, προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους. Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η άδεια της γενικής συνέλευσης κατά την προηγούμενη παράγραφο 2 δεν παρέχεται, εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπουμένου στην συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου επιτράπηκε η άδεια της γενικής συνέλευσης να παρασχεθεί και μετά τη σύναψη της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι στην εν λόγω απόφαση δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπουμένου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου, σε αντίθεση δηλαδή με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, όπου απαιτείτο η απόφαση της γενικής συνέλευσης να είναι πάντοτε προγενέστερη της σύναψης της σύμβασης, προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η γενική συνέλευση να τεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων (ΑΠ 1245/2018). Μεταξύ των προσώπων της παρ. 5 του άρθρου αυτού, για τα οποία απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας προς σύναψη σύμβασης με τα πρόσωπα αυτά, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, συγκαταλέγονται και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας. Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των προσώπων αυτών, τα οποία λόγω της ιδιότητας και της θέσης τους είναι δυνατόν να συντελέσουν αποφασιστικά στη σύναψη επιζήμιων για την εταιρεία συμβάσεων προς ίδιο όφελος (ΑΠ 1650/2022, ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 1036/2017, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 1512/2011, ΑΠ 1791/2006). Από την διατύπωση των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό με τον κατά τα άνω επιδιωκόμενο από αυτές σκοπό, συνάγεται ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οιωνδήποτε συμβάσεων, επομένως και της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, που συνάπτουν με την ανώνυμη εταιρεία τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, και ότι κατ` εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες στις περιπτώσεις της χορήγησης ειδικής προς τούτο άδειας από τη γενική συνέλευση και υπό τον όρο ότι δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι που συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό του εκπροσωπουμένου στη γενική συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή στις περιπτώσεις της ένταξης των συμβάσεων αυτών εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας (ΑΠ 1650/2022, ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 2182/2007). Ως “τρέχουσα συναλλαγή της εταιρείας με τρίτους”, όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη η οποία, βάσει του αντικειμένου της, εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας, ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων, που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσομένους με αυτή. Επομένως σύμβαση, το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας ή που, κατά το περιεχόμενό της, υπερβαίνει το συγκεκριμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία, τις ανάγκες της εταιρείας που ικανοποιούνται με τις συμβάσεις αυτές και τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και επομένως είναι άκυρη, εάν δεν παρασχεθεί η από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 628/2023, ΑΠ 1650/2022, ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 452/2005, ΑΠ 1066/2002, ΑΠ 8/2001). Κατά το άρθρο 904 παρ.1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ. α’ ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης, είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου(ΑΠ 1879/2022, ΑΠ 702/2020). Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ` εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ` αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 39/2022, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 1627/2010).
        Συνεπώς αξίωση κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής, που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης, μπορεί να ασκηθεί μόνο αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 1879/2022, ΑΠ 702/2020, ΑΠ 2072/2017). Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994, ΑΠ 1879/2022). Εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία. Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 Α.Κ. δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ., πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής. Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά, ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης (ΑΠ1879/2022). Η ωφέλεια του λήπτη είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 1879/2022). Αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α` του ΚΠολΔ, α) η περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) η συγκεκριμένη αιτία της μετακίνησης αυτής και γ) η ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 1879/2022, ΑΠ 989/2021, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 338/2016). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 133/2022). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου …ς, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, η αναιρεσίβλητη εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: “Ότι αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, που συστήθηκε νόμιμα το έτος 1978 και το μετοχικό κεφάλαιό της ανέρχεται, κατά την άσκηση της αγωγής, σε 412.283,23 ευρώ, διαιρούμενο σε 140.711 μετοχές, ονομαστικής αξίας 2,93 ευρώ η κάθε μία. Ότι από το 2013 και εντεύθεν έχει εμπλακεί σε μία ενδοεταιρική κρίση, που ξεκίνησε με αφορμή την ακολουθούμενη κατά τα προηγούμενα έτη πρακτική της να καταρτίζει κάθε έτος με τα ιδρυτικά μέλη της και τα τέκνα αυτών, που ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) της, συμβάσεις παροχής υπηρεσιών προς αυτήν, οι οποίες εγκρίνονταν κατά το άρθρο 23 Α’ παρ. 2 Ν. 2190/1920 από την Τακτική Γενική Συνέλευσή (ΓΣ) των μετόχων της, και με τις οποίες στην πραγματικότητα γινόταν η διανομή των κερδών της, μεταξύ των ανωτέρω προσώπων. Ότι στην Τακτική Γ.Σ. της 27-6-2013, που συγκλήθηκε από τα αναφερόμενα στην αγωγή πρόσωπα (μεταξύ των οποίων και η εναγομένη), τα οποία εκπροσωπούσαν μειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου, ανερχόμενη σε ποσοστό 41,96% των μετοχών, αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, η εκ νέου κατάρτιση σύμβασης παροχής υπηρεσιών μεταξύ μελών του ΔΣ αυτής, στα οποία συμπεριλαμβάνετο και η εναγομένη, και της ιδίας της ενάγουσας, για το χρονικό διάστημα από 30-6-2013 έως 30-6-2014 και η σημαντική αύξηση (κατά 60% περίπου) της αμοιβής της εναγομένης, που θα ανήρχετο στο ποσό των 48.000 ευρώ, παρά το γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση της ενάγουσας είχε μεταβληθεί προς το χειρότερο, αφού για την χρήση 2013 παρουσίασε τελικά πρωτοφανή ζημία ποσού 120.365,41 ευρώ. Ότι σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, η ενάγουσα εταιρία συνήψε και με την εναγομένη την από 27-6-2013 σύμβαση παροχής υπηρεσιών διάρκειας ενός έτους, καταβάλλοντάς της ως αμοιβή για την αιτία αυτή το ποσό των 48.000 ευρώ. Ότι δυνάμει τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, εκδοθείσας επί σχετικής αγωγής μελών του ΔΣ της, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ανωτέρω απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της 27-6-2013, στην οποία ρυθμίζονταν τόσο η σύναψη της ανωτέρω σύμβασης παροχής υπηρεσιών μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, όσο και το ύψος της αμοιβής της τελευταίας. Ότι κατόπιν τούτου, η ενάγουσα, επανέλαβε στις 21- 6-2019 την Τακτική Γενική Συνέλευση για τη χρήση του έτους 2012, με θέμα ημερήσιας διάταξης, μεταξύ άλλων, και την προέγκριση αμοιβής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της, συνεπώς και της εναγομένης, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2013 έως 12-6-2014, και με απόφαση, την οποία έλαβε, η αμοιβή της εναγομένης για το ανωτέρω διάστημα ορίστηκε στο εύλογο και αντίστοιχο με τις αρμοδιότητές της ποσό των 24.000 ευρώ. Ότι, ως εκ τούτου, η εναγόμενη εισέπραξε για την ανωτέρω χρονική περίοδο, ως αμοιβή, το ποσό των 48.000 ευρώ, σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης παροχής υπηρεσιών, η κατάρτιση της οποίας αποφασίστηκε με άκυρη απόφασης ΓΣ, ήτοι χωρίς νόμιμη αιτία, ενώ έπρεπε να εισπράξει ως αμοιβή για τις υπηρεσίες της στην ενάγουσα το ποσό των 24.000 ευρώ και συνεπώς η ενάγουσα της κατέβαλε αχρεωστήτως το ποσό της διαφοράς των 24.000 ευρώ, κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το χρηματικό αυτό ποσό των 24.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Από το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής σαφώς προκύπτει ότι περιέχονται σε αυτήν όλα τα εκ του νόμου αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ήτοι : α) ο πλουτισμός της υπόχρεου εναγομένης, ποσού 24.000 ευρώ, β) η επέλευση του πλουτισμού της με ισόποση ζημία της ενάγουσας, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού της εναγομένης και της αντίστοιχης ζημίας της ενάγουσας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας του πλουτισμού αυτού και, ειδικότερα, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της μεταξύ των διαδίκων αρχικά καταρτισθείσας σύμβασης παροχής υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας καταβλήθηκε στην εναγομένη από την ενάγουσα αμοιβή ποσού 48.000 ευρώ, και η ακολουθήσασα νέα έγκυρη σύμβαση, με την οποία εγκρίθηκε τελικά αμοιβή της για το ίδιο χρονικό διάστημα ποσού 24.000 ευρώ, ώστε τελικά η εναγομένη να έχει εισπράξει με άκυρη αιτία την διαφορά των δύο αυτών ποσών εκ 24.000 ευρώ.

         Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε τον τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης-ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονείτο γιατί το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι η αγωγή ήταν αόριστη και γι’ αυτό απαράδεκτη, αφενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, αφετέρου δε όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 (κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι’ αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

        Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

       Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο …, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: “Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία …. και το διακριτικό τίτλο … (ήδη αναιρεσίβλητη), συστήθηκε με την υπ’ αριθμ. … πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Διαμαντή, που εγκρίθηκε με την υπ’ αρ. 5180/6.12.1978 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδος και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τ. ΑΕ & ΕΠΕ υπ’ αριθμ. …, ενώ στη συνέχεια καταχωρήθηκε νομίμως στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών με ΑΡ.Μ.Α.Ε. 9741/14/Β/86/14 και στο ΓΕΜΗ με αριθμό …. Ιδρυτές της ενάγουσας και αρχικοί μέτοχοι της ήταν οι Η. Κ., Δ. Ο., Γ. Σ., Ε. Σ. και Γ. Ι.. Με την πάροδο του χρόνου απέκτησαν μετοχές της εταιρίας και εξελέγησαν μέλη του ΔΣ της και τέκνα των ιδρυτών με πρώτη την ενάγουσα (ενν. εναγομένη) Π. Κ. (ήδη αναιρεσείουσα). Μέτοχοι της εταιρίας είναι πλέον οι εκ των ιδρυτών Γ. Σ., Ε. Σ., Γ. Ι. καθώς και μέλη των οικογενειών τους (σύζυγοι και τέκνα αυτών) και στη θέση του Η.. Κ., ο οποίος αποχώρησε το 1986, η ενάγουσα(ενν. εναγομένη) – κόρη του και τα τέκνα της άλλης κόρης του. Τα ποσοστά στη μετοχική σύνθεση των οικογενειών των εκ των ιδρυτών που εξακολουθούν να είναι μέτοχοι στην εταιρία είναι τα ίδια (24.73% επί του μετοχικού κεφαλαίου) εκτός από την οικογένεια του Ε. Σ. που συμμετέχει στη μετοχική σύνθεση με ποσοστό 25,81%. Σκοπός της εταιρίας είναι η εμπορία γεωργικών φαρμάκων, μηχανημάτων και εξαρτημάτων, εργαλείων, ζωοτροφών, λιπασμάτων και σπόρων, οικιακών συσκευών, αυτοκινήτων και κάθε είδους βιομηχανικών και γεωργικών προϊόντων. Η διάρκειά της ορίστηκε πεντηκονταετής, κατόπιν παράτασης με την από 25-06-2008 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης (ΦΕΚ Τ. ΑΕ & ΕΠΕ 8263/25.7.2008), με έναρξη την 07-12-2008 και λήξη την 06- 12-2058. Το καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο, το οποίο κατά την ίδρυσή της ανέρχονταν σε 5.000.000 δραχμές και ήδη σε 412.283,23 ευρώ, διαιρέθηκε σε 140.711 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 2,93 ευρώ η κάθε μία (βλ. την από 30-06-2010 απόφαση της Γ.Σ., που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 11088/24-09-2010). Με τα άρθρα 12 και 13 του καταστατικού της (και σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 2190/1920), ορίστηκε ο αριθμός των μελών του Δ.Σ. αυτής, σε πέντε έως εννέα, με τριετή θητεία. Από την έναρξη της λειτουργίας της, η ενάγουσα υπήρξε οικογενειακή και ολιγομετοχική εταιρία, λόγος για τον οποίο, οι ιδρυτές – μέτοχοι και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της, ασχολούνταν προσωπικά με τις υποθέσεις της και τον κύκλο εργασιών της, ως εκ της ιδιότητάς τους ως μελών της διοίκησής της. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζονταν καλύτερος έλεγχος και εποπτεία των υποθέσεων της εταιρίας, αφού τα μέλη του Δ.Σ. μπορούσαν να έχουν ίδια άποψη και αντίληψη για όσα λάμβαναν χώρα, στην επιχείρηση, ενώ επέβλεπαν προσωπικά την εκτέλεση των αποφάσεων που οι ίδιοι λάμβαναν ως Δ.Σ. Το Δ.Σ. της εταιρίας, το οποίο αποτελούνταν από τους ιδρυτές καθώς και από μέλη των οικογενειών τους, αποφάσιζε για ζητήματα γενικότερης για την εταιρία σημασίας, όπως π.χ. τη συνεργασία της με τις Τράπεζες, ζητήματα προσωπικού κ.λ.π., χωρίς βεβαίως να δίνει εντολές στα μέλη που το συναποτελούσαν και που εκπροσωπούσαν την εταιρία κατά το καταστατικό της. Η εναγομένη ήταν από το 1985 μέτοχος της εταιρίας με ποσοστό 17,231% επί του μετοχικού κεφαλαίου (24.247 μετοχές), συμμετείχε δε για πρώτη φορά στο ΔΣ το 1986 σε αντικατάσταση του αποχωρήσαντος πατρός της. Με το με αρ. 42/24.6.2011 πρακτικό της Γ.Σ. των μετόχων, εκλέχθηκε το Δ.Σ. της εταιρίας και συγκροτήθηκε αυτό σε σώμα με το αριθμ. 463/25.6.2011 πρακτικό, ως εξής: 1) Ι. Γ. του Α., Πρόεδρος του Δ.Σ. 2) Σ. Ε. του Γ., Δ/νων Σύμβουλος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. 3) Κ. Π. του Η.., συζ. Ν. Ρ., μέλος του Δ.Σ. 4) Ι. Α. του Γ., μέλος του Δ.Σ. 5) Σ. Γ., συζ. Ε., μέλος του Δ.Σ. 6) Σ. Γ. του Γ., μέλος του Δ.Σ. 7) Σ. Δ. του Γ., μέλος του Δ.Σ. 8) Κ. Α. του Δ.., μέλος του Δ.Σ και 9) Σ. Γ. του Ε., μέλος του Δ.Σ. Η θητεία του ανωτέρω Δ.Σ. ορίστηκε τριετής. Περαιτέρω, από την έναρξη λειτουργίας της εταιρίας οι ιδρυτές της και εν συνεχεία ένα τέκνο από την οικογένεια κάθε ιδρυτή, υπό την ιδιότητά τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες, συνήπταν με την ενάγουσα, κάθε έτος, αντί υψηλών αμοιβών, συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, οι οποίες εγκρίνονταν κατ’ άρθρο 23 α’ παρ. 2 του Ν. 2190/1920 από την Τακτική Γ.Σ. και κατατίθεντο στην Δ.Ο.Υ. …ς. Αν και οι καταβαλλόμενες δυνάμει των συμβάσεων αυτών αμοιβές, επιβάρυναν σημαντικά τα γενικά έξοδα της εταιρείας (με συνέπεια, όλες οι χρήσεις, τεχνηέντως, να εμφανίζονται ζημιογόνες), η τελευταία, στην πραγματικότητα, ήταν κερδοφόρα και, ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτό, γίνονταν διανομή των κερδών μεταξύ των εκάστοτε μελών του Δ.Σ. (που ήταν οι ιδρυτές και μέλη των οικογενειών τους) και δεν διανέμονταν μέρισμα στους υπόλοιπους μετόχους, που ήταν συγγενείς – μέλη των οικογενειών των ιδρυτών της, πρακτική την οποία, όλα αυτά τα χρόνια, επιδοκίμαζαν και επικροτούσαν οι εταίροι – μέλη του Δ.Σ. (μεταξύ των οποίων και η εναγομένη), μετακυλίοντας με τον τρόπο αυτό τις ζημίες στο νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας. Η εναγομένη, η οποία ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας (από το 1986, με εξαίρεση το χρονικό διάστημα 13.10.1993 έως 28.4.1999), συνήπτε κάθε έτος (από το 1995) συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με την ενάγουσα, οι οποίες εγκρίνονταν από την Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 α’ παρ.2 του κ.ν. 2190/1920. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των συμβάσεων αυτών, τις οποίες η ίδια είχε εγκρίνει ανεπιφύλακτα ως μέτοχος στις Τακτικές Γενικές Συνελεύσεις, προκύπτει σαφώς ότι αποκλείεται η ερμηνεία τους ως συμβάσεων εργασίας. Ειδικότερα, σε όλες τις εν λόγω συμβάσεις, ρητώς αναφέρεται ότι η ενάγουσα “αναλαμβάνει επ’ αμοιβή ως λογίστρια (ελεύθερος επαγγελματίας) να παρέχει τις υπηρεσίες της στο αντικείμενο της αρμοδιότητάς της” και ειδικότερα “έχει την ευθύνη της οργάνωσης και λειτουργίας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών της εταιρίας, την ευθύνη διακανονισμού των λογαριασμών πελατών και προμηθευτών της, τη μέριμνα για την παρακολούθηση και εξόφληση αυτών, την ευθύνη του ελέγχου της αποθήκης των εμπορευσίμων και την οργάνωση αυτής, έχει ορισθεί ως υπεύθυνη συστήματος διαχείρισης ποιότητας κατά ISO 9001:2000, υπό τους όρους, μεταξύ άλλων, ότι θα φέρει την ευθύνη της επιτυχίας του έργου, ευθυνόμενη σε αποζημίωση για κάθε ζημία που τυχόν ήθελε υποστεί η ενάγουσα, ότι δεν επιτρέπεται να παρέχει το ίδιο έργο σε άλλη ομοειδή εταιρία, ότι για την αμοιβή θα εκδίδεται θεωρημένη απόδειξη παροχής υπηρεσιών ή απόδειξη δαπανών και ότι η τελευταία θα έχει το δικαίωμα, κατ’ εκλογή της, να καταγγείλει τη σύμβαση ή να υπαναχωρήσει αζημίως από αυτή οποτεδήποτε, ενώ σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης του έργου ή πλημμελούς εκπλήρωσης των εκ της συμβάσεων απορρεουσών υποχρεώσεων της εναγομένης ή παραβάσεώς τους, η ενάγουσα δικαιούται σωρευτικά, πλην της καταγγελίας ή υπαναχωρήσεως αζημίως από τη σύμβαση, να ζητήσει και την αποκατάσταση κάθε ζημίας της. Η κατά τη σύμβαση προβλεπόμενη κάθε φορά, συμφωνηθείσα “αμοιβή” της εναγομένης (λογίστριας απόφοιτης λυκείου), πέραν του ότι ήταν ιδιαίτερα υψηλή, διέφερε κατ’ έτος. Ειδικότερα, οι εν λόγω συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, εγκρίνονταν κάθε χρόνο από τη Γενική Συνέλευση και το ποσό των “αμοιβών” δεν ήταν σταθερό, αλλά προσδιοριζόταν εν όψει των διαφαινομένων κερδών της επόμενης χρήσης, κατά το χρόνο κάθε τακτικής Γενικής Συνέλευσης, δηλαδή περί το μήνα Ιούνιο κάθε έτους. Επιβεβαιωτικό των ανωτέρω είναι ότι κάποια έτη (σύμβαση της 1.7.2010, σύμβαση της 27.6.2009, σύμβαση της 26.6.2008) δεν οριζόταν συγκεκριμένη αμοιβή, αλλά πλαίσιο αμοιβής, ώστε να μπορεί στη συνέχεια αυτή να καθορισθεί ακριβέστερα ανάλογα με τα κέρδη της συγκεκριμένης χρήσης. Όπως δε προκύπτει από τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρίας, μετά την καταβολή των ανωτέρω “αμοιβών”, δεν απέμεναν κέρδη προς διανομή στους μετόχους, διότι, στην εκάστοτε ετήσια Τακτική Γ.Σ., οπότε και προσδιορίζονταν οι αμοιβές των εταίρων – μελών του Δ.Σ., μπορούσαν να προβλεφθούν τα κέρδη του επόμενου έτους. Η εναγομένη, προκειμένου να λαμβάνει με τον τρόπο που προεκτέθηκε τα μερίσματα που αντιστοιχούσαν στην μετοχική της σχέση, εξέδιδε για κάθε καταβολή αμοιβής από την ενάγουσα, αντίστοιχη απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, τόσο η ίδια, όσο και τα ιδρυτικά μέλη καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους, που ήταν μέτοχοι, συμμετείχαν στο ΔΣ και λάμβαναν αμοιβή, ήταν ασφαλισμένα με δικές τους δαπάνες στον ΟΑΕΕ (πλέον ΕΦΚΑ), κατέβαλαν τις εισφορές τους εξ ιδίων χρημάτων, ενώ σε καμία περίπτωση δεν δήλωναν τα ποσά αυτά ως αποδοχές από μισθωτές υπηρεσίες. Με βάση τα ανωτέρω, αν ληφθούν υπόψη οι όροι και οι ιδιαίτερες πραγματικές συνθήκες, υπό τις οποίες η εν λόγω μέτοχος παρείχε τις υπηρεσίες της στην ενάγουσα οικογενειακή εταιρεία, αλλά και η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η μεταξύ αυτής και της εταιρείας σχέση, δεν είναι εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα η εναγομένη παρείχε τις ανωτέρω υπηρεσίες με συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον αναλαμβάνοντας την ευθύνη της οργάνωσης και λειτουργίας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών της εταιρίας, (στο πλαίσιο της οποίας εντασσόταν και η κίνηση των εταιρικών τραπεζικών λογαριασμών), την ευθύνη διακανονισμού των λογαριασμών πελατών και προμηθευτών της και την ευθύνη της οργάνωσης και του ελέγχου της αποθήκης των εμπορευσίμων, τομέων νευραλγικών για τη λειτουργία της εταιρίας, ενεργούσε αυτοβούλως και κατά την εκτίμησή της περί του συμφέροντος της εταιρείας, καθορίζοντας η ίδια, εντελώς αυτόνομα, τον τρόπο και χρόνο της απασχόλησής της, μη υποκείμενη, ως προς αυτά, στη νομική εξάρτηση της ενάγουσας, αφού λόγω της ιδιότητάς της ως μέλος του ΔΣ της ενάγουσας, ασκούσε εξουσία διοικητική, χωρίς να υφίσταται κανενός είδους έλεγχο και εποπτεία, ούτε να δέχεται εντολές από εταιρικό όργανο, δοθέντος μάλιστα ότι η ίδια ως μέλος του ΔΣ συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων για τα γενικότερης σημασίας ζητήματα της εταιρίας. Όσον αφορά δε στις αρμοδιότητες που προβλέπονταν στις συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, που κατήρτιζε με την ενάγουσα, αυτές ήταν αρμοδιότητες που απλώς εξειδίκευαν τις εξουσίες που ανέλαβε ως υπεύθυνη του εν λόγω τομέα (χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, διαχείριση πελατολογίου, έλεγχος αποθήκης), λόγω της εμπειρίας και της γνώσης, από μέρους της, των ανωτέρω αντικειμένων, εξαιτίας της πολυετούς ενασχόλησής της στην εταιρία. Εξάλλου, οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, όχι μόνο δεν υπέκρυπταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, τον επιλεγέντα μεταξύ των μετόχων – μελών του Δ.Σ., τρόπο διανομής των κερδών της εταιρίας. Η σχέση επομένως που συνέδεε την εναγομένη με την ενάγουσα ήταν αυτή της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπως η ίδια ισχυρίζεται. Τούτο διότι, με αυτές, καθίσταται σαφές ότι η εναγομένη καθόριζε η ίδια τους όρους, χρόνο και τον τρόπο της εργασίας της, μη υποκείμενη, ως προς τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών της, σε εντολές ή οδηγίες από το Διοικητικό Συμβούλιου, του οποίου ήταν μέλος. Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω, ενισχύεται α) από το ύψος των αμοιβών τις οποίες λάμβανε κατ’ έτος η εναγομένη, βάσει των εν λόγω συμβάσεων, το οποίο διαφοροποιούνταν κατ’ έτος ανάλογα με τον κύκλο εργασιών και ήταν υψηλότερες από τους μισθούς των υπολοίπων εργαζομένων που απασχολούνταν στην ενάγουσα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, σε συνάρτηση με την δυναμικότητα της εταιρίας και τον κύκλο εργασιών της, β) από το γεγονός ότι η εναγομένη, αν και διετέλεσε επί σειρά ετών μέλος του Δ.Σ. της ενάγουσας, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή έστω υπέβαλε το παραμικρό αίτημα αναφορικά με την ασφάλισή της σε άλλον ασφαλιστικό φορέα πλην του ΟΑΕΕ και την καταβολή εκ μέρους της των ανάλογων ασφαλιστικών εισφορών, ούτε διαμαρτυρήθηκε ή μερίμνησε ώστε να καταργηθεί η, κατά τους ισχυρισμούς της, επί σειρά ετών, σε βάρος της καταχρηστική σύναψη συμβάσεων “παροχής υπηρεσιών” κι όχι συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, γ) από το γεγονός ότι όχι μόνο δεν αποδείχτηκε, αλλά ούτε καν η ίδια η εναγόμενη επικαλείται το πρόσωπο ή τα πρόσωπα της διοίκησης της ενάγουσας, τα οποία καθόριζαν όχι μόνο τον τρόπο και τους όρους σύναψης των συγκεκριμένων συμβάσεων, αλλά και το ωράριό της, το ύψος των αποδοχών της, ενώ παράλληλα επέβλεπαν την εργασία της, δίνοντάς της τις σχετικές εντολές για τον τρόπο με τον οποίο ήταν υποχρεωμένη να ενεργεί ως εργαζόμενη, δ) από το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρία, ως εργοδότρια, απασχολούσε το σύνολο του υπαλληλικού της προσωπικού της δυνάμει συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και ήταν συνεπής στην κάλυψη των ασφαλιστικών τους εισφορών, ε) από το γεγονός ότι παρότι τόσο η εναγομένη όσο και οι λοιποί μέτοχοι δεν έλαβαν ποτέ, κατά την διάρκεια όλων αυτών των ετών, ποσά από μερίσματα, ουδέποτε αντέδρασαν ούτε αμφισβήτησαν την ακολουθούμενη πρακτική περί διανομής των κερδών μέσω της σύναψης των ως άνω συμβάσεων. Το ότι οι ανωτέρω συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων δεν ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα αορίστου χρόνου δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο …ς με την υπ’ αριθμ. 129/2020 αμετάκλητη απόφασή του. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, στις 27-6-2013, έλαβε χώρα Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, με θέματα ημερήσιας διάταξης, μεταξύ άλλων, την έγκριση των αμοιβών των μελών του ΔΣ, για παρεχόμενες εκ μέρους τους υπηρεσίες, κατά το χρονικό διάστημα από την 1-7-2013 μέχρι την επόμενη Τακτική Γενική Συνέλευση. Από το προσκομιζόμενο υπ’αριθ.45/27-6-2013 πρακτικό Τακτικής Γενικής Συνέλευσης, προκύπτει ότι με απόφαση αυτής (ΓΣ), εγκρίθηκε η σύμβαση παροχής υπηρεσιών της ενάγουσας με την εναγομένη και ορίσθηκε ως αμοιβή για τις υπηρεσίες της, το ποσό των 48.000 ευρώ ετησίως, δηλαδή αμοιβή αυξημένη κατά 33% περίπου σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, επειδή στην εν λόγω Τακτική Γενική Συνέλευση δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις πληροφόρησης των μετόχων (μη νόμιμη δημοσίευση της πρόσκλησης σε ΓΣ) και λόγω του ότι αποκλείσθηκαν από τη συμμετοχή τους σε αυτήν μέτοχοι που είχαν το 58,04% του μετοχικού κεφαλαίου, κατόπιν ασκήσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …ς, εκ μέρους ορισμένων εκ των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, κατά της ενάγουσας, αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας της απόφασης της ως άνω Γενικής Συνέλευσης, εξεδόθη εκ του ανωτέρω Δικαστηρίου η υπ’ αριθ. 51/2015 απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η απόφαση της ΓΣ της ενάγουσας που λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση της 27-6-2013, για την οποία συντάχθηκε το με αρ.45/2013 πρακτικό, είναι άκυρη ως προς όλα τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Η ανωτέρω απόφαση επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 13/2019 απόφαση του Εφετείου Λάρισας (που δημοσιεύθηκε κατά νόμο στη μερίδα της ενάγουσας εταιρίας στο ΓΕΜΗ, στις 20.5.2019, με Κωδικό Αριθμό Καταχώρ …), κατά της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί αναίρεση. Με βάση όλα τα παραπάνω η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση δεν ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υφιστάμενη προ της εισόδου της εναγομένης στο ΔΣ της ενάγουσας, αλλά διαδοχικές συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ετήσιας διάρκειας, ώστε η ενάγουσα εταιρία να έχει την απαραίτητη ευελιξία να καθορίζει κατ’ έτος την αμοιβή της ανάλογα με τα προβλεπόμενα κέρδη της αλλά και σε περίπτωση αποχωρήσεως εταίρου ή/και εισόδου στη μετοχική σύνθεση και στο διοικητικό συμβούλιο νέων μελών των οικογενειών των ιδρυτών να αναπροσαρμόζει αντιστοίχως τις αρμοδιότητες και αμοιβές μεταξύ των ιδρυτών και των μελών των οικογενειών τους. Δεδομένου ότι συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως αυτές μεταξύ των διαδίκων, κατάρτιζε η ενάγουσα μόνο με μετόχους της εταιρίας (και συγκεκριμένα μόνο με τους ιδρυτές ή / και ένα από τα τέκνα αυτών), προβλέπονταν δε με αυτές ιδιαίτερα υψηλές αποδοχές, οι οποίες ουδεμία σχέση είχαν με τις σημαντικά κατώτερες αποδοχές των λοιπών εργαζομένων της εταιρίας, δεν ενέπιπταν στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας, ήτοι σε αυτές που οι όροι τους είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η τελευταία συνήπτε με τους λοιπούς συναλλασσομένους με αυτή, αλλά υπερέβαιναν το, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία, τις ανάγκες της τελευταίας, που ικανοποιούνται με τις συμβάσεις αυτές και τις συνήθειες, που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξερχόμενες των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής. Απαραίτητη επομένως προϋπόθεση για την εγκυρότητα της από 27.6.2013 σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένη, που ήταν κατά το χρόνο εκείνο μέλος του διοικητικού της συμβουλίου, ήταν η χορήγηση σχετικής Ειδικής άδειας της ΓΣ, κατά το άρθρο 23 α’ ν. 2190/1920. Αφού η σύμβαση καταρτίσθηκε χωρίς άδεια της ΓΣ της ενάγουσας (διότι η ΓΣ στην οποία αποφασίσθηκε η κατάρτισή της αναγνωρίσθηκε ως άκυρη), η επίδικη σύμβαση είναι απολύτως άκυρη, αντίθετα προς όσα αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη με τον πρώτο λόγο έφεσής της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως έστω και διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία όπου είναι αναγκαίο αντικαθίσταται με την παρούσα (534 ΚΠολΔ) ορθά αποφάνθηκε και πρέπει επομένως να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της έφεσής της η εναγομένη – εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δεν κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, διότι ο πλουτισμός της έχει ως νόμιμη αιτία το μη δυνάμενο να της επιστραφεί αντάλλαγμα που κατέβαλε στην ενάγουσα και, συγκεκριμένα, την εργασία που της παρείχε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1.7.2013 έως 30.7.2014). Καταρχάς, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε, οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων δεν υπέκρυπταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά αποτελούσαν τον επιλεγέντα μεταξύ των μετόχων – μελών του ΔΣ, τρόπο διανομής των κερδών της εταιρίας, διότι η κατά τη σύμβαση προβλεπόμενη κάθε φορά συμφωνηθείσα “αμοιβή” της εναγομένης ήταν ιδιαιτέρως υψηλή και διέφερε κατ’ έτος, αφού προσδιορίζονταν ενόψει των διαφαινόμενων κερδών της επόμενης εταιρικής χρήσης κατά το χρόνο κάθε τακτικής ΓΣ, ενώ, μετά την καταβολή των ανωτέρω αμοιβών δεν απέμεναν κέρδη προς διανομή στους μετόχους. Η συμφωνηθείσα δηλαδή αμοιβή δεν αντιστοιχούσε στις παρασχεθείσες υπηρεσίες ούτε διαμορφωνόταν με βάση αυτές και για το λόγο αυτό ήταν κατά πολύ υπέρτερη αυτής που θα καταβαλλόταν σε τρίτο με τα προσόντα της εναγομένης που θα παρείχε τις ίδιες με αυτή υπηρεσίες, η αμοιβή του οποίου δε θα υπερέβαινε το ποσό των 24.000 ευρώ. Η εναγομένη αναφέρει ότι ο μισθός του κατονομαζόμενου στις προτάσεις της εργαζομένου στο λογιστήριο της εταιρίας ανερχόταν κατ’ έτος στο ποσό των 43.000 ευρώ μικτά και επομένως στις υπηρεσίες της ίδιας που είχε αυξημένες υποχρεώσει και ευθύνες οφειλόταν η μεγαλύτερη συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων αμοιβή. Πέραν του ότι η σύμβαση που συνέδεε τον ως άνω εργαζόμενο με την εταιρία διέφερε από αυτή της ενάγουσας και του ότι οι δικές της αποδοχές καθορίζονταν με βάση τα αναμενόμενα κέρδη της ενάγουσας, δεν προσδιορίζονται ούτε τα προσόντα του εν λόγω εργαζομένου ούτε τα ακριβή καθήκοντά του ούτε οι συνθήκες και οι όροι εργασίας του ώστε να μπορεί συναχθεί το συμπέρασμα που επικαλείται. Επιπλέον και δεδομένου ότι η αμοιβή της καθοριζόταν με βάση τα αναμενόμενα προς διανομή κέρδη της εταιρικής χρήσης δεν αποδεικνύεται ότι κατά την κατάρτιση της από 27.6.2013 (ενν. σύμβασης) η οικονομική κατάσταση της εταιρίας και ο κύκλος εργασιών της δικαιολογούσε την παροχή ποσού υπερβαίνοντος τις 24.000 ευρώ. Εφόσον επομένως δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη παρείχε αντάλλαγμα υπερβαίνον το ποσό των 24.000 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός της. Το πρωτόδικο δικαστήριο απορρίπτοντας σιγή τον ισχυρισμό αυτό δεν έσφαλλε και πρέπει, αφού η αιτιολογία του συμπληρωθεί από την αιτιολογία της παρούσας (534 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ο συναφής δεύτερος λόγος της έφεσης. Αβάσιμος κατ’ ουσίαν τυγχάνει και ο τρίτος λόγος της έφεσης, κατά τον οποίο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, απορρίπτοντας ουσία τον νομίμως προβληθέντα με ένσταση ισχυρισμό της, ότι σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα εταιρία είχε τη βούληση να της καταβάλει την επίδικη αμοιβή ύψους 48.000 ευρώ, βούληση η οποία διαμορφώθηκε ελεύθερα και δεν ήταν προϊόν εξαναγκασμού, καθόσον αυτή, ενώ γνώριζε την ακυρότητα της από 27-6- 2013 απόφασης της ΓΣ και, επομένως, και της από 27-6-2013 σύμβασης παροχής υπηρεσιών που καταρτίστηκε με την εναγομένη σε εκτέλεση αυτής, εν τούτοις, ουδέποτε έλαβε απόφαση είτε να διακόψει την μεταξύ τους εργασιακή σχέση, καταγγέλλοντας τη σύμβαση, είτε να συνεχίσει να της καταβάλλει την επίδικη αμοιβή, με την επιφύλαξη όμως αναζήτησής της. Ειδικότερα, αποδείχτηκε κατά τα ανωτέρω, ότι η ενάγουσα εταιρία κατέβαλε στην εναγομένη, για το επίδικο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των 48.000 ευρώ σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, η οποία αποτελεί το ανώτατο όργανο της εταιρίας και δεσμεύει με τις αποφάσεις της το ΔΣ. Κατά της ως άνω απόφασης της ΓΣ ασκήθηκε άμεσα αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας, μέχρι όμως την αναγνώριση της ακυρότητάς της η απόφαση παρήγαγε έννομα αποτελέσματα που όφειλε να αποδεχθεί και να σεβαστεί η ενάγουσα. Εκ τούτων προκύπτει ότι, κατά το χρόνο καταβολής της αμοιβής της εναγομένης εκ μέρους της ενάγουσας, δεν υπήρχε βούληση ελευθεριότητας της τελευταίας, αφού άμεσα διενεργήθηκαν όλες οι νομικά αναγκαίες ενέργειες αναγνώρισης της ακυρότητας της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, με την οποία καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση παροχής υπηρεσιών και καθορίσθηκε η αμοιβή της εναγομένης, ενώ, παράλληλα, η Τακτική Γενική Συνέλευσης της χρήσης του 2013, ενέκρινε τα οικονομικά αποτελέσματα, με τη ρητή επιφύλαξη της έκβασης των σχετικών αγωγών και γνωστοποίησε ρητώς στην εναγομένη, που έλαβε μέρος στην εν λόγω ΓΣ, τη βούλησή της να αναζητήσει τα αδικαιολογήτως εισπραχθέντα. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της ενάγουσας, που λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση της 27-6-2013, η τελευταία, με συμμετοχή μετόχων εκπροσωπούντων το 100% του μετοχικού κεφαλαίου και, κατόπιν της από 30.5.2019 νομίμως δημοσιευθείσας πρόσκλησης του Διοικητικού Συμβουλίου της, επανέλαβε, ως όφειλε, την Τακτική Γενική Συνέλευση για τη χρήση 1.1.2012 – 31.12.2012, στις 21.6.2019, με θέμα ημερήσιας διάταξης, μεταξύ άλλων, την προέγκριση αμοιβών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, για το χρονικό διάστημα από 4.3.2013 έως 12.6.2014, δεδομένου ότι οι προαναφερόμενες καταρτισθείσες κατά την άκυρη Γ.Σ. της 27.6.2013, συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, ήταν απολύτως άκυρες. Κατά τη Γενική αυτή Συνέλευση, αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία, ήτοι κατά ποσοστό 50,46%, η προέγκριση αμοιβής, για το χρονικό διάστημα από 1.7.2013 έως 12.6.2014, μόνο για τα μέλη του Δ.Σ που είχαν εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας ή/και γενικότερα ενεργό συμμετοχή στις εταιρικές υποθέσεις, ήτοι για τους Σ. Γ., Σ. Ε., Σ. Δ., Σ. Γ., Π.. Κ.., Ι. Α. και Ι. Γ.. Ειδικότερα, προεγκρίθηκε αμοιβή έως το ποσό των 168.000 ευρώ, η οποία θα μοιράζονταν ισόποσα στα παραπάνω μέλη του Δ.Σ, ήτοι θα λάμβανε έκαστος εξ’ αυτών το ποσό των 24.000 ευρώ, ενώ για το χρονικό διάστημα από 4.3.2013 έως 30.6.2013, αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία η προέγκριση αμοιβής ποσού 8.000 € για το μέλος του Δ.Σ Γ. Σ.. Οι εν λόγω αμοιβές ήταν εύλογες και αντίστοιχες με τις αρμοδιότητες των μελών του ΔΣ και τη συμμετοχή τους στις εταιρικές υποθέσεις, σε αντίθεση με τα εγκριθέντα από την άκυρη Γ.Σ. της 27.6.2013 υπέρογκα ποσά. Ως εκ τούτου, η εναγομένη εισέπραξε από την ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 30.6.2013 έως 30.6.2014, το ποσό των [48.000-24.000 ευρώ] 24.000 ευρώ, χωρίς νόμιμη αιτία (άρθ. 904 ΑΚ), ήτοι αχρεωστήτως, σε εκτέλεση απόλυτα άκυρης σύμβασης, με ισόποση ζημία της ενάγουσας, ποσό το οποίο και οφείλει να της αποδώσει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Ο δε ισχυρισμός της ότι ο πλουτισμός της δεν σώζεται, διότι ανάλωσε το εν λόγω χρηματικό ποσό εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος μετά την καταβολή του, πραγματοποιώντας δαπάνες για να αντιμετωπίσει ανάγκες, στις οποίες, άλλως, δεν θα προέβαινε και, δη, ότι ανάλωσε το ποσό αυτό σε έξοδα διαβίωσης, δαπανηρότερης μάλιστα σε σχέση με το επίπεδο διαβίωσής της, στις οποίες, άλλως, δεν θα προέβαινε, ουδόλως αποδείχτηκε, καθόσον δεν προσκομίζεται αποδεικτικά στοιχεία που να τον θεμελιώνουν. Η καταβολή μισθώματος της κατοικίας του φοιτητή υιού που σπουδάζει σε άλλη πόλη δε συνιστά ανάλωση του πλουτισμού διότι συνεπάγεται την εξοικονόμηση δαπάνης, στην οποία, αν δεν υπήρχε ο πλουτισμός, η εναγομένη θα προέβαινε με ίδια μέσα. Σε κάθε δε περίπτωση η εναγομένη όφειλε ήδη από τον Αύγουστο του 2013 (άσκηση της πρώτης αγωγής ως προς το κύρος της απόφασης της ΓΣ) ή το αργότερο από το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους να προβλέψει ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα η απόφαση αυτή, η οποία ενέκρινε τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση να κριθεί άκυρη, συμπαρασύροντας σε ακυρότητα και τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών και την καταβολή της αμοιβής της και επομένως, αφού από τότε μπορούσε να προβλέψει την αναζήτηση του πλουτισμού, τυχόν μείωσή του που επήλθε μεταγενέστερα δεν την ωφελεί (912,901, 910 ΑΚ). Το ως άνω ποσό οφείλει εξάλλου να καταβάλει στο σύνολό του η εναγομένη, καθόσον, ναι μεν ως προς αυτό, παρακρατήθηκε φόρος 20%, που αποδόθηκε στην Εφορία, πλην όμως μετά την υποβολή από την εναγομένη τροποποιητικής δήλωσης η φορολογική οφειλή της θα υπολογισθεί εκ νέου με βάση το μικρότερο ποσό που εν τέλει έλαβε ως αμοιβή και το επιπλέον ποσό που παρακρατήθηκε ως φόρος για το ποσό της αμοιβής που υποχρεούται να επιστρέφει θα της αποδοθεί ή θα συμψηφισθεί με φορολογικές οφειλές της επόμενων ετών. Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ουσία τη σχετική ένστασή (άρθρ. 909 ΑΚ) και πρέπει, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης από την αιτιολογία της παρούσας (534 ΚΠολΔ) να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της έφεσης”. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο(και με πρόσθετες αιτιολογίες, με τις οποίες απέρριψε τον έκτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, που αφορούσε την απόρριψη πρωτοδίκως ως μη νόμιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, που είχε προβάλλει, για την απόρριψη της οποίας ένστασης έχει λόγο αναίρεσης, που θα εξετασθεί στην συνέχεια της απόφασης), απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ’ αρ. 245/2020 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου …, (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αρ. 110/2021 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), η οποία είχε κάνει κατ` ουσίαν δεκτή την ανωτέρω αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 24.000 ευρώ.

       Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 23 Α’ Ν. 2190/2020 και 904 Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η καταβολή από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία στην αναιρεσείουσα, που ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, του ποσού των 48.000 ευρώ ως αμοιβή, δυνάμει της από 27/6/2013 σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών που κατάρτισαν, έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, γιατί δεν προηγήθηκε έγκυρη απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσής της, που να δώσει την απαιτούμενη από το άρθρο 23 Α’ παρ. 2 Ν. 2190/1920 ειδική άδεια για τη σύναψη της σύμβασης αυτής, που εξέρχεται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης με τρίτους, δεδομένου ότι η ληφθείσα στην Τακτική Γενική Συνέλευση της αναιρεσίβλητης της 27/6/2013 σχετική απόφαση αναγνωρίστηκε τελεσίδικα ως άκυρη με απόφαση του Εφετείου …ς και, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα, από το ανωτέρω ληφθέν ποσό, υποχρεούται να επιστρέψει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 24.000 ευρώ, κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερη με ζημία της αναιρεσίβλητης χωρίς νόμιμη αιτία, αφού κατά το υπόλοιπο ποσό των 24.000 ευρώ, το οποίο δεν ζητάει με την αγωγή της η αναιρεσίβλητη, η αναιρεσείουσα δεν κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, γιατί το ποσό αυτό, για την καταβολή του οποίου λήφθηκε νέα έγκυρη απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της αναιρεσίβλητης στις 21/6/2019 που την ενέκρινε, αντιστοιχεί στην αξία των παρασχεθεισών υπηρεσιών της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη δυνάμει της από 27/6/2013 άκυρης σύμβασης. Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών, που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 23 Α’ Ν. 2190/2020 και 904 Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με τις υποστηρίζουσες το ανωτέρω πόρισμα ακόλουθες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του: α) Ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία αποτελεί οικογενειακή και ολιγομετοχική ανώνυμη εταιρεία, στην οποία οι ιδρυτές – μέτοχοί της ασχολούνται προσωπικά με τις υποθέσεις της, από την έναρξη της λειτουργίας της προέβαινε σε διανομή των κερδών μεταξύ των μελών του Δ.Σ. αυτής, που αποτελούνται από τους ιδρυτές μετόχους της και μέλη των οικογενειών τους, με τη σύναψη κάθε έτος συμβάσεων παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η σύναψη των οποίων προεγκρίνετο από την ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση (Γ.Σ.) για το επόμενο έτος αναλόγως με τα κέρδη της προσδοκώμενης χρήσης, με συνέπεια όλες οι εταιρικές χρήσεις να εμφανίζονται τεχνηέντως ως ζημιογόνες. β) Ότι με την υπ’ αρ. 45/27-6-2013 απόφαση της Τακτικής Γ.Σ. της αναιρεσίβλητης εγκρίθηκε η σύναψη σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών μεταξύ της αναρεσίβλητης και των μελών του Δ.Σ., στα οποία περιλαμβάνετο και η αναιρεσείουσα, για το χρονικό διάστημα από την 1/7/2013 και μέχρι την επόμενη Γ.Σ., στα πλαίσια της οποίας συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων η από 27/6/2013 έγγραφη σύμβαση, με την οποία η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει στην αναιρεσίβλητη τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση υπηρεσίες με αμοιβή το ποσό των 48.000 ευρώ, το οποίο και της καταβλήθηκε. γ) Ότι η σύμβαση αυτή, όπως και οι λοιπές συμβάσεις ετήσιας διάρκειας, που σύναπτε η αναιρεσίβλητη με τα μέλη του Δ.Σ. αυτής, δεν ενέπιπταν στις συμβάσεις που κατάρτιζε η αναιρεσίβλητη στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της και συνεπώς εξέρχοντο από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής, αφού ουσιαστικά αποτελούσαν μέθοδο διανομής των κερδών της αναιρεσίβλητης, δ) Ότι με την υπ’ αρ. 51/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …, που επικυρώθηκε με την υπ’ αρ. 13/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου …ς αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ανωτέρω υπ’ αρ. 45/2013 απόφασης της Τακτικής Γ.Σ. της αναιρεσίβλητης και συνεπώς και η από 27/6/2013 σύμβαση μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη, γιατί λήφθηκε σε εκτέλεση άκυρης απόφασης της Τακτικής Γ.Σ.. ε) Ότι η αξία της παρασχεθείσας από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη εργασίας, δυνάμει της άκυρης αυτής σύμβασης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 24.000 ευρώ, το οποίο και εγκρίθηκε ως αμοιβή της αναιρεσείουσας με τη νέα απόφαση της Τακτικής Γ.Σ. της 21/6/2019, με την οποία, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της υπ’ αρ. 45/27-6-2013 απόφασης της Τακτικής Γ.Σ. προεγκρίθηκε αμοιβή της αναιρεσείουσας για το χρονικό διάστημα από 30/6/2013 έως 30/6/2014 το ποσό των 24.000 ευρώ. Eπομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και τα επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της ενώπιόν του με αριθμούς σχετικών 1 έως 4 και αν και τα προσκόμισε, δεν έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης τα αντίστοιχα έγγραφα και ειδικότερα: 1) Την από 6/2/1984 αναγγελία πρόσληψής της στην αναιρεσίβλητη ως υπάλληλος γραφείου. 2) Τις καταστάσεις προσωπικού της αναιρεσίβλητης μέχρι το έτος 1992. 3) Τα δελτία ασφαλιστικής ταυτότητάς της στο ΙΚΑ, όπου ήταν ασφαλισμένη μέχρι το έτος 1992 και 4) Τις 19 διαδοχικές ετήσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, που σύναψε με την αναιρεσίβλητη από το έτος 1995 έως το έτος 2013 και έτσι δεν έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της ότι με την αναιρεσίβλητη τη συνέδεε από τις 6/2/1984 σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως από τις 1/7/1995 σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, η οποία συνεχίστηκε αδιαλείπτως μέχρι τις 30/6/2014 και συνεπώς η σύμβαση αυτή, με όποιο νομικό χαρακτηρισμό της δοθεί, προϋπήρχε του έτους 1999 όταν απέκτησε και πάλι την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης και για τον λόγο αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής για την επίδικη σύμβαση το άρθρο 23 α’ Ν. 2190/1920 και, όπως εκτιμάται ο λόγος, δεν απαιτείτο λήψη απόφασης από την Τακτική Γ.Σ. για την απασχόλησή της στην αναιρεσίβλητη από τις 30/6/2013 έως 30/6/2014, με συνέπεια, λόγω μη λήψης υπόψη των αποδεικτικών αυτών μέσων να απορριφθεί η έφεσή της και να επικυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, υπό δε την επίκληση του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει απαραδέκτως τις αναιρετικά ανέλεγκτες, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου και ιδίως την παραδοχή ότι οι συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, που σύναπτε η αναιρεσίβλητη κάθε έτος με τα μέλη του Δ.Σ. αυτής, στα οποία συμπεριλαμβάνετο και η αναιρεσείουσα, ήταν διαφορετική κάθε έτος και συνεπώς δεν αποτελούσε μια διαρκή σύμβαση, γιατί συναρτάτο με την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. και μετόχου της αναιρεσίβλητης και αποτελούσε τον τρόπο διανομής των κερδών της αναιρεσίβλητης.

          Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β’ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του αναφορικά με την βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1646/2018), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, ενώ δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη προσκομισθέν ή στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 83/2020). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο: α) να αναφέρεται ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή αντααπόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη το αποδεικτικό μέσο και η επίδρασή του στο διατακτικό, β) να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, γ) να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, δ) να εξειδικεύεται ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ε) να παρατίθεται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1638/2022). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 11 β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η σχέση που τη συνέδεε με την αναιρεσίβλητη ήταν αυτή της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, έλαβε υπόψη του την υπ’ αρ. 129/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου …, η οποία όμως δεν προσκομίστηκε με επίκλησή της από καμία διάδικο και είναι και ανύπαρκτη, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 29/8/2022 βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου …. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο, αυτή στη σελίδα 20 των προτάσεων με αριθμό σχετικού 26, επικαλέστηκε και ακολούθως προσκόμισε την υπαρκτή υπ’ αρ. 129/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …ς και το Εφετείο από προφανή παραδρομή ανέφερε στην απόφασή του ότι η απόφαση είναι του Τριμελούς Εφετείου …, αλλά και γιατί με τον λόγο αυτό πλήττονται ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες δεν είναι αναγκαίες για να στηρίξουν το ανωτέρω διατακτικό του, αφού, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απαιτείτο ειδική άδεια της Τακτικής Γ.Σ. της αναιρεσίβλητης για τη σύναψη της επίδικης σύμβασης ,είτε αυτή αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, είτε σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως δέχθηκε το Εφετείο με την ανωτέρω απόφαση.
           Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες(Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 1352/2011). Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 985/2017).Τέλος από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το παραδεκτό της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης ης αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη και γι’ αυτό απαράδεκτη ( ΟλΑΠ 472/1983,ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 760/2019 ).

            Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι από τον αριθμό 14, κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 281 ΑΚ απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα πρωτοδίκως με τις προτάσεις της και επαναφερθείσα με τον έκτο λόγο της έφεσής της ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας- ήδη αναιρεσίβλητης, για τη θεμελίωση της οποίας, όπως προκύπτει από τις προτάσεις αυτές, είχε προβάλλει τα ακόλουθα: “Η συμπεριφορά της αντιδίκου συνιστά απαγορευμένη καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, αφού υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, δεδομένου ότι έξι (6) χρόνια μετά από την καταβολή του επίδικου ποσού, στην οποία προέβη ανεπιφύλακτα, ενώ μπορούσε να την αποφύγει καταγγέλλοντας τη σύμβασή μου, θέτει αιφνίδια και για πρώτη φορά θέμα αναζήτησης και επιστροφής του, παραβλέποντας πέρα από κάθε ηθική και ευπρέπεια, και αυτό ακόμη το γεγονός ότι ήδη από τον Ιούνιο 2014, που με “πέταξε” κυριολεκτικά στο δρόμο μετά από 30 χρόνια δουλειάς, δεν συμμετέχω καθ’ οιονδήποτε τρόπο στο οικονομικό προϊόν της επιχείρησής της, παρ’ ότι είμαι μέτοχός της, και τούτο όχι προς προάσπιση των καλώς εννοουμένων συμφερόντων της, όπως αποδεικνύεται από όλα τα προαναφερόμενα, αλλά αποκλειστικά και μόνο για “τιμωρία” μου. Αυτό αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο της από 21-6-2019 ΓΣ όπου ουσιαστικά αποφασίζεται να διεκδικηθούν χρήματα ουσιαστικά μόνο από εμένα και την οικογένεια Ι. και όχι από τα μέλη των οικογενειών Ε.. Σ. και Γ.. Σ., αφού και αν ακόμη υποτεθεί ότι τα τέκνα τους, Γ. και Δ., επιστρέψουν τις 24.000 € από τις 48.000 €, που έλαβαν για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, δεν θα τις επωφεληθεί η εταιρεία, αλλά θα τις εισπράξουν οι γονείς τους, Ε. και Γ. Σ., με βάση την ανωτέρω απόφαση της ΓΣ”. Με το περιεχόμενο αυτό η ένσταση της αναιρεσείουσας είναι μη νόμιμη, γιατί, υπό τα εκτιθέμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, τα οποία ουσιαστικά δεν αποτελούν ένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, η άσκηση με την επίδικη αγωγή του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να διεκδικήσει από την αναιρεσείουσα, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, το ποσό των 24.000 ευρώ, που της κατέβαλε δυνάμει της από 27/6/2013 άκυρης σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, δεν ήταν καταχρηστική, δηλαδή ευρισκόμενη σε προφανή αντίθεση με τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος, γιατί και η καταβολή της ορισθείσας με την από 27/6/2013 σύμβαση αμοιβής της ενάγουσας, ποσού 48.000 ευρώ, έγινε σε εκτέλεση απόφασης της Γ.Σ. και συνεπώς ήταν υποχρεωτική για την αναιρεσίβλητη, αλλά και η επανάληψη της Γ.Σ. μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της Γ.Σ. της 27/6/2013, δυνάμει της οποίας συνάφθηκε η ανωτέρω από 27/6/2013 σύμβαση ήταν επίσης υποχρεωτική για την αναιρεσίβλητη, όπως υποχρεωτικό ήταν και το περιεχόμενό της, να δοθεί άδεια για σύναψη σύμβασης με όλα τα μέλη του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης και συνεπώς όχι μόνο για την αναιρεσείουσα με μικρότερη αμοιβή ποσού 24.000 ευρώ και συνεπώς η επιδίωξη με την αγωγή της διαφοράς των δύο αυτών ποσών, δεν αποτελεί “τιμωρία” της αναιρεσείουσας, η οποία αορίστως προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό, αλλά άσκηση νομίμου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, σε συμμόρφωση με την από 21/6/2019 απόφαση της Γ.Σ. αυτής, η οποία άσκηση δεν είναι καταχρηστική, αφού δεν συνοδεύεται και από πρόσθετα στοιχεία, όπως πάροδο μακρού χρόνου αδράνειας της αναιρεσίβλητης και συμπεριφορά αυτής, η οποία δημιούργησε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, η άσκηση του οποίου επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στην αναιρεσείουσα.

         Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, αν και με ελλιπείς αιτιολογίες, έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, χωρίς να απαιτήσει εσφαλμένα πρόσθετα πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή της και συνεπώς, αφού συμπληρωθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ οι αιτιολογίες του με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης.

        Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-8-2022 αίτηση της Π. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ….

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και αταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.

           

              Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ