ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Αριθμός 1133/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μ. Κουβίδου, Βασίλειο Μαχαίρα-Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου και Μ. Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μουζάκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου,για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 1522/2017, 1180, 4872/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Μ. Τ., πρώην συζ. Π. Ψ., κάτοικο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασ. Πετρόπουλο, 2. Ό. Ψ. του Π., κάτοικο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ι. Αλετρά, 3. Δ. Ψ. του Π., κάτοικο …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ι. Μπενετάτο, 4. Δ. Β. του Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχ. Μιχόπουλο, 5. Β. Α. του Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Σκαφίδα, 6. Α. Α. του Ν., κατοίκου …, 7. Β. Τ. του Α., κατοίκου …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 8. Δ. Ψ. του Γ.-Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Μοροζίνη, 9. Ι. Ζ. του Ν., κάτοικο …, 10. Π. Θ. του Α., κατοίκου …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 11. Α. Γ. του Ν., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ι. Παπανικολοπούλου, 12. Γ. Κ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Παπαδέλλη και 13. Λ. Χ. του Α. κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόκοτα. Και με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Γ. Φ. του Α., 2. Β. Μ. του Α., 3. Ι. Τ. του Α., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 4. Ε. Π. του Δ., κάτοικο …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Πάρσαλη, 5. Η “… Α.Ε. ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ”, 6. Η “… Α.Ε. ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ” και “Η … Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία”, νομίμως εκ/νες, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους, Δημ. Γουβέτα και Κων/νο Χρήστου.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2022 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ./2022.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα η οποία αναφέρθηκε στους λόγους της υπό κρίση αίτησης και ζήτησε να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, τους πληρεξούσιους δικηγόρους των υποστηριζόντων την κατηγορία και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παρισταμένων κατηγορουμένων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 505 παρ.2, 507 και 508 Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, η οποία αρχίζει από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, μπορεί δε να δηλώσει την αίτησή του για αναίρεση και στον γραμματέα του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται να συζητηθεί η με αριθμό ./24-2-2022 έκθεση αναίρεσης της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά της με αριθμό 1522/2017, 1180/2018 και 4872/12-12-2018 απόφασης του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως προς το απαλλακτικό σκέλος αυτής, που αφορά τους αναφερόμενους στη συνέχεια δεκατρείς (13) κατηγορουμένους, για τις πράξεις που επίσης πιο κάτω παρατίθενται. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου και εμπρόθεσμα, την 24-2-2022, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 24-1-2022 (άρθρα 507 και 168 παρ.1 εδ.δ’ Κ.Ποιν.Δ), δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο ένατο της από 29-1-2022 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 14/29-1-2022) το χρονικό διάστημα από 25-1-2022 έως και τις 28-1-2022, κατά το οποίο ανεστάλη η λειτουργία δικαστηρίων και εισαγγελιών στην Περιφέρεια Αττικής, λόγω ανώτερης βίας (καιρικών φαινομένων), δυνάμει των αριθ. 4034/24-1-2022 (Β’ 186) και 4035/26-1-2022 (Β’ 190) αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των προθεσμιών άσκησης όλων των προβλεπόμενων από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τους ειδικούς ποινικούς νόμους ενδίκων μέσων και μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, οι προθεσμίες αυτές συνεχίζουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ.1 εδ.γ’ Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ή στην Ολομέλειά του. Κατά δε το άρθρο 515 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά την συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την οικεία σειρά του εκθέματος, δεν παραστάθηκαν οι κατηγορούμενοι Α. Α. (6ος), Β. Τ. (7ος), Ι. Ζ. (9ος) και Π. Θ. (10ος). Επίσης δεν παραστάθηκαν οι τρεις (3) πρώτοι από τους υποστηρίζοντες την κατηγορία, Γ. Φ., Β. Μ. και Ι. Τ.. Από την με αριθμό 747/18-5-2022 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι η ένδικη υπόθεση, που είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί κατά την αρχική δικάσιμο της 18-5-2022, κατά την οποία επίσης δεν παραστάθηκαν δικονομικά οι προαναφερόμενοι διάδικοι, αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο της 16-11-2022. Όπως αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 11-3-2022 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα η με αριθμό 190/3-3-2022 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον έκτο κατηγορούμενο Α. Α., προκειμένου να παραστεί, δια συνηγόρου, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αρχική δικάσιμο της 18-5-2022, την δε κλήση παρέλαβε προσωπικά ο ίδιος. Επίσης από τα με ημερομηνία 15-3-2022 και 1-9-2022 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης του ίδιου παραπάνω επιμελητή Λ. Χ., προκύπτει ότι επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, τόσο η με αριθμό 190/3-3-2022 όσο και εκ του περισσού, η με αριθμό 190/6-7-2022 κλήσεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στα χέρια του έβδομου κατηγορουμένου Β. Τ., προκειμένου να παραστεί, δια συνηγόρου, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αρχική δικάσιμο της 18-5-2022, αλλά και κατά την παρούσα, μετ’ αναβολή, δικάσιμο της 16-11-2022. Ακόμη από τα με ημερομηνία 10-3-2022 και 13-7-2022 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης του πιο πάνω επιμελητή Λ. Χ., προκύπτει ότι επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, τόσο η με αριθμό 190/3-3-2022 όσο και, εκ του περισσού, η με αριθμό 190/6-7-2022 κλήσεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στα χέρια του ένατου κατηγορουμένου Ι. Ζ., προκειμένου να παραστεί, δια συνηγόρου, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αρχική δικάσιμο της 18-5-2022, αλλά και κατά την παρούσα, μετ’ αναβολή δικάσιμο της 16-11-2022. Επίσης από τα τέσσερα (4) αποδεικτικά επίδοσης του ίδιου παραπάνω επιμελητή Λ. Χ., με ημερομηνία 14-3-2022, 16-3-2022, 31-8-2022 και 31-8-2022, αποδεικνύεται ότι επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, τόσο η με αριθμό 190/3-3-2022, όσο και εκ του περισσού, η με αριθμό 190/6-7-2022 κλήσεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τον δέκατο κατηγορούμενο Π. Θ., με θυροκόλληση στην κατοικία του και σε σύνοικο του αντικλήτου Δικηγόρου του Ν. Αγαπηνού, προκειμένου ο εν λόγω κατηγορούμενος να παραστεί, δια συνηγόρου, κατά την αρχική δικάσιμο της 18-5-2022, αλλά και κατά την παρούσα, μετ’ αναβολή δικάσιμο της 16-11-2022. Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από τα δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Λ. Χ., με ημερομηνία 9-3-2022 και 5-9-2022, καθώς και από τα δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών Εισαγγελίας Κορίνθου, Π. Χ. και Ά. Ρ., με ημερομηνία 8-3-2022 και 18-7-2022, αντίστοιχα, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, τόσο η με αριθμό 190/4-3-2022, όσο και, εκ του περισσού, η με αριθμό 190/6-7-2022 κλήσεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τον πρώτο από τους υποστηρίζοντες την κατηγορία, Γ. Φ., με θυροκόλληση στην κατοικία του και στα χέρια του αντικλήτου δικηγόρου του Γεωργίου Παναγιώτου, Δικηγόρου Κορίνθου, προκειμένου να παραστεί, δια συνηγόρου, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αρχική δικάσιμο της 18-5-2022, αλλά και κατά την παρούσα, μετ’ αναβολή, δικάσιμο της 16-11-2022. Ακόμη, από τα δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης με ημερομηνία 8-3-2022 και 9-7-2022, του Υπαρχιφύλακα Α.Τ. Μοσχάτου Ι. Α. και του Αστυφύλακα του ίδιου Α.Τ. Δ. Ζ., αντίστοιχα, καθώς και από τα δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Α. Σ., με ημερομηνίες 15-3-2022 και 13-7-2022, προκύπτει ότι επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, τόσο η με αριθμό 190/4-3-2022 όσο και, εκ του περισσού, η με αριθμό 190/6-7-2022 κλήσεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τον δεύτερο από τους υποστηρίζοντες την κατηγορία, Β. Μ., σε σύνοικό του στις 8-3-2022, στον ίδιο προσωπικά στις 9-7-2022, όσο και, εκ του περισσού, στο διορισμένο αντίκλητο Κωνσταντίνο Δήμα, Δικηγόρο Αθηνών, προκειμένου να παραστεί δια συνηγόρου, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αρχική δικάσιμο της 18-5-2022, αλλά και κατά την παρούσα, μετ’ αναβολής δικάσιμο της 16-11-2022. Τέλος, από τα με ημερομηνία 28-3-2022 και 29-3-2022 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης της επιμελήτριας του Αρείου Πάγου Α. Σ., αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα η με αριθμό 190/15-3-2022 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον τρίτο από τους υποστηρίζοντες την κατηγορία, Ι. Τ., με θυροκόλληση στην κατοικία του, καθώς και στο γραφείο της αντικλήτου του, Άννας – Όλγας Μήτσου, Δικηγόρου Αθηνών, προκειμένου να παραστεί, δια συνηγόρου, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του, κατά την αρχική δικάσιμο της 18-5-2022. Επομένως, αφού όλοι οι παραπάνω απολειπόμενοι διάδικοι, κατηγορούμενοι και υποστηρίζοντες την κατηγορία, έχουν κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 155 παρ.1, 2 και 3, 156 παρ.1, 162 και 166 ΚΠΔ) στο ακροατήριο, για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και να ερευνηθεί το βάσιμο των λόγων της ένδικης αίτησης.
ΙΙ. Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ ορίζεται, ότι “Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο “όλον”. Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι’ αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. (ΑΠ 836/2022, ΑΠ 765/2022). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, “Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα…216…375…386…, όπως επίσης περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, όπλων, εκρηκτικών υλών… “. Κατά την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), ” Όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή”. Από τη σύγκριση των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η ισχύουσα διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του νέου ΠΚ είναι δυσμενέστερη ως προς το ύφος της απειλούμενης ποινής, αφού πέραν της απειλούμενης, και από τις δύο διατάξεις, ποινή κάθειρξης έως δέκα ετών προσθέτει και τη χρηματική ποινή, ενώ ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης είναι εν μέρει δυσμενέστερη, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αρκεί η επιδίωξη τέλεσης οποιουδήποτε κακουργήματος και όχι ορισμένων που αναφέρονται στην αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ και εν μέρει ευμενέστερη, αφού για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος α) δεν αρκεί η συγκρότηση ή ένταξη σε ” δομημένη ομάδα” αλλά απαιτείται η συγκρότηση ή ένταξη σε “επιχειρησιακά δομημένη οργάνωση ” και β) δεν αρκεί η οργάνωση να έχει οποιαδήποτε διαρκή δράση αλλά απαιτείται να διακρίνεται για διαρκή εγκληματική δράση. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4619/2019, ως “επιχειρησιακή” νοείται η δομή ομάδας, της οποίας τα μέλη αναλαμβάνουν διακριτούς και αλληλοϋποστηρισμένους ή αυτοτελείς ρόλους ή διακριτούς και συνδυασμένους ή ανεξάρτητους στόχους, με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους είτε ατομικά είτε στο πλαίσιο της συλλογικής τους δράσης, ανεξαρτήτως της γνώσης εκάστου για τα συγκεκριμένα καθήκοντα των άλλων ή και για τον συγκεκριμένο σε κάθε περίπτωση στόχο της οργάνωσης. Με τον όρο αυτό αποδίδεται επίσης ο “πραγματοπαγής” χαρακτήρας της οργάνωσης, που τη διακρίνει σαφώς από τις ομάδες με προσωποπαγή δομή, η επικινδυνότητα των οποίων είναι σαφώς μειωμένη, όπως και η εμβέλεια της εγκληματικής τους δράσης. Ο όρος αυτός θεωρείται ως το πιο ουσιαστικό στοιχείο διαφοροποίησης των εγκληματικών οργανώσεων από τις απλές συμμορίες. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση που η ένδικη πράξη της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση φέρεται ότι τελέστηκε σε χρόνο που ίσχυε ο προϊσχύσας ΠΚ και δικάστηκε σε χρόνο κατά τον οποίο ίσχυε ο νέος ΠΚ, εφαρμοστέες ως ευμενέστερες, ως προς τα ανωτέρω α και β στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης, είναι οι διατάξεις του νέου ΠΚ, ενώ ως προς την ποινή αυτές του προϊσχύσαντος ΠΚ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 597/2022).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 390 του ΠΚ (Ν. 4619/2019), “1. Όποιος κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης προκαλεί εν γνώσει του βέβαιη ζημία στην περιουσία άλλου της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000,00 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας, απαιτείται αντικειμενικώς: α) πρόσωπο που έχει την επιμέλεια ή διαχείριση της περιουσίας άλλου, η τελευταία δε ιδιότητα μπορεί να πηγάζει από δικαιοπραξία (λ.χ. σύμβαση εντολής, πληρεξουσιότητας, εργασίας) ή εκ του νόμου (όπως στην περίπτωση διαχειριστή νομικού προσώπου) και πρέπει να υπάρχει στο δράστη κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, ενώ η επιμέλεια ή διαχείριση μπορεί να αφορά σε όλη την περιουσία ή σε μέρος της ή και σε μία μόνο πράξη, β) πράξη ή παράλειψη προκαλούσα ζημία στην περιουσία άλλου. Η πράξη πρέπει να εμφανίζεται ως εξωτερική και δικαιοπρακτική και, κατά κανόνα, τέτοιο χαρακτήρα έχουν οι δικαιοπραξίες (λ.χ. πώληση, δωρεά, μίσθωση κτλ), οι οιονεί δικαιοπραξίες (λ.χ. όχληση, καταγγελία κτλ), οι διαδικαστικές πράξεις (λ.χ. ομολογία αγωγής, παραίτηση από δικόγραφο κτλ), οι δικαιοπρακτικές παραλείψεις (λ.χ. σιωπηρή ανανέωση σύμβασης διάρκειας κτλ), χωρίς να αρκεί η ενέργεια υλικών πράξεων, αλλά πρέπει να υπάρχει δυνατότητα πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη του διαχειριστή και η πράξη ή η παράλειψη να επιφέρει ζημία στην ξένη περιουσία, χωρίς όμως σκοπό ιδιοποίησης. Αντίθετα, δεν συνιστούν διαχειριστικές πράξεις εσωτερικές ενέργειες με υλικό ή και δικαιοπρακτικό χαρακτήρα (λ.χ. διαχειριστής διαγράφει αρχείο πελατών, λαμβάνει χωρίς δικαίωμα άτοκο δάνειο από το ταμείο της εταιρείας και μηνιαία αντιμισθία υψηλότερη από την εγκριθείσα κτλ). Έτσι, αν η ζημία γίνει με εσωτερική ενέργεια, η οποία δεν εμφανίζεται εξωτερικά ως διαχειριστική πράξη, όπως με ιδιοποίηση ή καταστροφή ξένου πράγματος λαμβάνει τον χαρακτήρα της υπεξαίρεσης ή της φθοράς. Ως περιουσία νοείται η κινητή ή ακίνητη, την οποία ο δράστης διαχειρίζεται ή έχει την επιμέλεια της, γι’ αυτό και, όταν πρόκειται περί περιουσίας νομικού προσώπου, η περιουσία είναι ξένη για τον διαχειριστή, η δε ζημία μπορεί να είναι θετική ή αποθετική. Συνιστά ζημία και η διακινδύνευση, η οποία πρέπει να προκαλείται με την κατάχρηση της παραπάνω εξουσίας του δράστη και δεν αίρεται η ζημία εκ του ότι ο ζημιωθείς έχει αξίωση αποζημίωσης. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που πρέπει να είναι άμεσος, καθόσον η διατύπωση του παραπάνω άρθρου, είναι “με γνώση”, ήτοι πρόκειται για έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση επαγωγής της ζημίας, δηλαδή της βλάβης της περιουσίας, αρκούσης και πιθανότητας ως προς την επέλευση του κινδύνου, ενώ τα κίνητρα και ο περαιτέρω σκοπός είναι αδιάφορα και δεν απαιτείται σκοπός οφέλους, όπως νοσφισμού. Τέλος, η ζημία πρέπει να οφείλεται στην παραβίαση των κανόνων της επιμελούς διαχείρισης (ΑΠ 261/2022, ΑΠ 593/2019). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 390 του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 ΠΚ, όπως το άρθρο αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του Ν.3242/2004 “όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εάν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών”. Με το άρθρο 25 παρ.2 στοιχ.ε του Ν.4055/2012 αναπροσαρμόστηκε το πιο πάνω ποσό των 15.000 ευρώ στο ποσό των 30.000 ευρώ. Η διάταξη του άρθρου 390 παρ.1 του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019) είναι επιεικέστερη, έναντι του προϊσχύσαντος αυτού άρθρου, ως προς το ύψος της προκληθείσας ζημίας, αφού πλέον απαιτείται να υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ, είναι όμως και δυσμενέστερη, σε περίπτωση που υπερκαλύπτεται το ανωτέρω ποσό, ως προς το ύψος της ποινής, αφού εκτός από την στερητική της ελευθερίας ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη, προβλέπει και την επιβολή χρηματικής ποινής.
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 του νέου ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικό ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του, ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου, ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ένα έτος και χρηματική ποινή. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000,00 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτούνται αντικειμενικά: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, δηλαδή το κινητό πράγμα, να είναι ξένο με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον, και όχι στον δράστη, β) Η κατοχή του κινητού πράγματος να έχει περιέλθει στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, γ) Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, δηλαδή πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) με την οποία αυτός εκδηλώνει την πρόθεση του να ενσωματώσει το ξένο πράγμα στην ιδιοκτησία του, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς σχετικό δικαίωμα από τον νόμο ή από δικαιοπραξία, που να παρέχει στον δράστη δικαιολογητική αιτία ιδιοποίησης, δ) Συνδρομή μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ περιπτώσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η περίπτωση που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το κινητό πράγμα στον δράστη λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ή ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ως εμπίστευση νοείται η παράδοση της κατοχής του πράγματος σε πρόσωπο που έχει τις προαναφερόμενες ιδιότητες, οι οποίες παρέχουν στον ιδιοκτήτη την προσδοκία ότι η κατοχή θα ασκηθεί για λογαριασμό του και ότι το πράγμα θα αποδοθεί σ’ αυτόν. Ο εντολοδόχος νοείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, δηλαδή πρέπει μεταξύ αυτού και του παθόντος να υπάρχει σύμβαση εντολής. Ενώ ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται εκείνος που ενεργεί (όχι απλώς υλικές αλλά) νομικές διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα την οποία αντλεί από τον νόμο ή από σύμβαση. Επιπλέον απαιτείται το πράγμα να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ακόμη ως διαχειριστής ξένης περιουσίας μπορεί να είναι και εκείνος που εν τοις πράγμασι (de facto) ασκεί διαχείριση. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υπόστασης της υπεξαίρεσης, απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια παράνομης ιδιοποίησης του πράγματος με την παραπάνω έννοια δηλαδή και με την κατακράτηση ή την άρνηση της απόδοσής του στον ιδιοκτήτη (ΑΠ 261/2022, ΑΠ 710/2016). Η διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 του ισχύοντος νέου ΠΚ, της πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, είναι δυσμενέστερη του προϊσχύσαντος άρθρου 375 παρ.1 και 2 ΠΚ, αφού για την κακουργηματική υπεξαίρεση εκτός από την κάθειρξη των δέκα (10) ετών προβλέπει σωρευτικά και χρηματική ποινή, ενώ κατά τα λοιπά η νομοτυπική μορφή του αδικήματος παραμένει η ίδια. Μεταξύ των ανωτέρω αδικημάτων δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή κατ’ ιδέαν συρροή, όταν η περιουσιακή ζημία της απιστίας ταυτίζεται με το αντικείμενο της υπεξαίρεσης. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει απιστία, διότι η ιδιοποίηση δεν συνιστά εξωτερική ενέργεια που απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα για την συνδρομή της απιστίας. Αντίθετα υφίσταται αληθινή πραγματική συρροή μεταξύ των δύο ανωτέρω αδικημάτων όταν η περιουσιακή ζημία, δεν ταυτίζεται με το αντικείμενο της υπεξαίρεσης. Με άλλα λόγια το αδίκημα της απιστίας διακρίνεται από εκείνο της υπεξαίρεσης, διότι για την στοιχειοθέτηση του πρώτου, απαιτείται επέλευση βλάβης στην περιουσία τρίτου προσώπου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, ο οποίος αποτελεί κεντρικό στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της υπεξαίρεσης. Λεκτέο τέλος ότι το έγκλημα της απιστίας τελεί κατά κανόνα σε σχέση αμοιβαίου αποκλεισμού με αυτό της υπεξαίρεσης, όταν το υλικό αντικείμενο της πρώτης ταυτίζεται με την περιουσιασκή βλάβη της υπεξαίρεσης, καθόσον στην περίπτωση αυτή η τελευταία διαπράττεται με υλική πράξη και όχι με πράξη διαχείρισης όπως απαιτεί η προαναφερθείσα διάταξη (ΑΠ 261/2022, ΑΠ 532/2011, 69/2007, 187/2006, 2266/2002).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ’ του ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου), που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού από τρίτο κατ’ άρθρ. 216 παρ. 2 ΠΚ απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και η χρήση αυτού από τον τρίτο, υποκειμενικώς δε δόλος, που ενέχει τη γνώση του δράστη για την πλαστότητα του εγγράφου και το σκοπό να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Προϋπόθεση, δηλαδή, της τελέσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως αποτελεί η πλαστότητα ή νόθευση, κατά την προεκτεθείσα έννοια, του χρησιμοποιηθέντος εγγράφου. Η χρήση δε συνίσταται σε κάθε ενέργεια, που περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση του εγγράφου σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό και τείνει σε παραπλάνηση τρίτου, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη της παραπλανήσεως αυτής. (ΑΠ 403/2022, ΑΠ 208/2022, ΑΠ 558/2022). Η πλαστογραφία όπως και η χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. α’ του άρθρου 216 του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, κακούργημα, τιμωρούμενο με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, αν ο υπαίτιος της πράξης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος που επιδίωξε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι επιεικέστερη από την αντίστοιχη της παρ. 3 του άρθρου 216 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 ΠΚ, αφού για την ίδια πράξη απειλείται με αυτή, εκτός από την ποινή της κάθειρξης μέχρι δέκα έτη, και χρηματική ποινή. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, που επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μετάθεσης, στην οποία απέβλεψε ο δράστης, επιτεύχθηκε ή όχι. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι αμέσως συνδεδεμένη με αυτή, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει, με την πλαστογραφία, παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και ότι με την κατάρτιση του πλαστού ή τη νόθευση γνήσιου εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις, για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Συνεπώς, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη, σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ’ εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης (ΑΠ 212/2022, AΠ 1/2021, ΑΠ 160/2020, ΑΠ 61/2020).
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κλπ) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού. Περαιτέρω, η απάτη συνιστά, κατά τη διάταξη της παρ. 3 περ. β’ του άρθρου 386 του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, κακούργημα, τιμωρούμενο με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι επιεικέστερη από την αντίστοιχη της παρ.1 εδ.β’ του άρθρου 386 του ισχύσαντος από την 1η07-2019 ΠΚ, αφού για την ίδια πράξη απειλείται με αυτή, εκτός από την ποινή της κάθειρξης μέχρι δέκα έτη και χρηματική ποινή (ΑΠ 212/2022, απ 371/2021, AΠ 1/2021).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, όπως αυτό ίσχυε μέχρι τις 13-12-2005, “Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής”. Οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3424/2005 ως εξής: “1.α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α’ τιμωρείται με κάθειρξη αν έδρασε ως υπάλληλος των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 2α’ παρ. 1 και με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ’ επάγγελμα ή είναι υπότροπος ή έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης”, ίσχυσαν δε, με τη μορφή αυτή, από τις 13- 12-2005 έως τις 4-8-2008, ενώ από τις 5-8-2008, ισχύει πλέον ο Ν. 3691/2008, ο οποίος στο άρθρο 45 παρ. 1 προβλέπει ότι “α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες ευρώ (20.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο ευρώ (1.000.000 ευρώ), τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β. Ο υπαίτιος των πράξεων του προηγούμενου στοιχείου α’ τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες ευρώ (30.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (1.500.000 ευρώ), αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα των στοιχ. γ’, δ’ και ε’ του άρθρου 3 του παρόντος, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης, γ. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α’ τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000 ευρώ) έως δύο εκατομμύρια ευρώ (2.000.000 ευρώ), αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας”. Ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες νοείται η διαδικασία μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα, η οποία περιγράφεται στο νόμο ως βασικό έγκλημα. Στην έννοια της εγκληματικής αυτής δραστηριότητας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 1 του Ν. 2331/1995, και τα αδικήματα …αζ) της υπεξαίρεσης, αν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 375 παράγραφος 1β’ του Ποινικού Κώδικα) ή αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ή συντρέχουν οι λοιπές περιστάσεις του άρθρου 375 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα….” και αη’ της απάτης (άρθρο 386 παρ.1 εδ.β’ και 386 παρ.3 του ίδιου Κώδικα. Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα προϋποθέτει αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά) μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, συμμετοχή σε μία από τις ανωτέρω πράξεις, σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της κλπ, υποκειμενικά δε άμεσο δόλο, ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων, επιπλέον δε στον πρώτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή τη μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας και σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής, ή παροχής συνδρομής σε άλλον, που εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. Απαιτείται, δηλαδή, σκοπός δημιουργίας σύγχυσης ως προς το νομιμοποιούμενο αντικείμενο ή το πρόσωπο του δράστη που το εξασφάλισε. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικά μικτό με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα, δηλαδή, σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για συγκάλυψη. Πρέπει να σημειωθεί ότι με το Ν. 3424/2005 εισήχθη αλλαγή, η οποία συνίσταται στο ότι δεν αρκεί πλέον ο ενδεχόμενος δόλος του υπαιτίου ως προς την προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας, αλλά απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει ως βέβαιο ότι η περιουσία την οποία νομιμοποιεί προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα. Συνεπώς, επί των σχετικών πράξεων που έχουν τελεστεί υπό το καθεστώς ισχύος του Ν. 2331/1995 εφαρμοστέος, ως ευμενέστερος, είναι ο Ν. 3424/2005, που αξιώνει, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, τη συνδρομή άμεσου δόλου του υπαιτίου ως προς την προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας. Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ. δ’ του μεταγενέστερου Ν. 3691/5-8-2008 τυποποιείται για πρώτη φορά ως τρόπος τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος “η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σ’ αυτόν ή η διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα”, δηλαδή ότι μπορεί να θεωρηθεί η απλή και μόνο κατάθεση σε Τράπεζα του προϊόντος ενός εγκλήματος, εφόσον αποδεικνύεται και η συνδρομή του σκοπού πρόσδοσης νομιμοφάνειας στα έσοδα αυτά, ως αυτοτελής πράξη νομιμοποίησης εσόδων. Όμως, και υπό το κράτος της ισχύος του προηγούμενου νόμου, δεν αποκλειόταν η νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από εγκληματική δραστηριότητα να γίνει με κατάθεση αυτών σε Τράπεζα, εφόσον ο δράστης, με τον τρόπο αυτό, συγκάλυπτε την παράνομη προέλευση των εσόδων, τα οποία προέρχονταν από παράνομη δραστηριότητα και το γνώριζε με σκοπό να προσδώσει στα εν λόγω έσοδα νομιμοφανή υπόσταση μέσω του τραπεζικού συστήματος (ΑΠ 318/2022, ΑΠ 1175/2022, ΑΠ 516/2021, ΑΠ 891/2020, ΑΠ 1177/2019, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 469/2018, ΑΠ 235/2013). Ήδη με το νέο Ν. 4557/2018 “Πρόληψη – Καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες” (ΦΕΚ Α 139/30-7-2018), με το άρθρο 54 παρ.2 του οποίου καταργήθηκαν τα άρθρα 1 έως και 54 του Ν.3691/2008, στο άρθρο 39 παρ.1 περ.α’ ορίζεται ότι “ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη και με χρηματική ποινή από τριακόσιες (300) έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες, ενώ στην περ.γ’ της παρ.1 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο υπαίτιος των πράξεων της περ.α τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης, η οποία επιδιώκει την τέλεση πράξεων νομιμοποίησης. Ο νέος δηλαδή Ν. 4557/2018 είναι επιεικέστερος ως προς τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 39 παρ.1 περ.α’ και γ’ έναντι του άρθρου 45 παρ.1 περ.α’ και γ’ του προϊσχύσαντος Ν. 3691/2008 αφού προβλέπει χαμηλότερα πλαίσια ποινής κάθειρξης.
VII. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 2 και 22 παρ.1 και 3 του Ν.2190/1920, όπως η παρ.3 του άρθρου 22 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 29 του Ν.3604/2007 και ήταν εφαρμοστέα στο κρίσιμο χρονικό διάστημα της ένδικης υπόθεσης, προκύπτει ότι την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως το διοικητικό συμβούλιο που ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την εκπλήρωση του σκοπού της. Η οργανική αυτή εκπροσώπηση της εταιρείας, μπορεί να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους είτε απευθείας με διάταξη του καταστατικού, είτε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, αν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό. Τα πρόσωπα αυτά, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τρίτοι, είναι όργανα της εταιρείας με αντιπροσωπευτική εξουσία παράλληλη προς εκείνη του διοικητικού συμβουλίου και ενεργούν ως υποκατάστατα αυτού, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό (ΑΠ 69/2021, ΑΠ 362/2017, ΑΠ 1510/2006, ΑΠ 451/2003, ΑΠ 1193/2001, ΑΠ 1215/2000, ΑΠ 169/2000). Ίδια ρύθμιση ως προς την ανάθεση εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου σε υποκατάστατα όργανα, προβλέφθηκε με την αντικατάσταση των άρθρων 22 παρ.3 του Ν.2190/1920 με το άρθρο τρίτο παρ.5 του Ν.4156/2013, αλλά και, ήδη, με το άρθρο 87 παρ.1 του Ν.4548/2018 “Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών”.
[…]
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ:
Με απόντα τον 1° κατηγορούμενο, Π. Ψ. του Δ. και της Ό., που γεννήθηκε στο …, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …)κρατούμενο στο Κ.Κ. Κορυδαλλού, (για άλλη αιτία). Με παρούσα τη 2η κατηγορούμενη Μ. Τ. του Α. και της Χ., χήρα Π. Ψ., που γεννήθηκε στον …, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …), Με παρούσα την 3η κατηγορούμενη Ό. Ψ. του Π. και της Μ., που γεννήθηκε στην Αθήνα, το έτος …, κάτοικο …, (…), κάτοικο …, (…). Με παρόντα τον 4° κατηγορούμενο Δ. Ψ. του Π. και της Μ., που γεννήθηκε στο … Αττικής, το έτος …, κάτοικο …, (…). Με παρόντα τον 5° κατηγορούμενο Δ. Β. του Μ. και της Χ., που γεννήθηκε στην Αθήνα, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …). Με παρόντα τον 6° κατηγορούμενο Β. Α. του Μ. και της Α., που γεννήθηκε στην Αθήνα, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …). Με παρόντα τον 7° κατηγορούμενο Α. Α. του Ν. και της Ε., που γεννήθηκε στην …, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …). Με παρόντα τον 8° κατηγορούμενο Β. Τ. του Α.. και της Χ., που γεννήθηκε στον …, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …), Με παρόντα τον 9° κατηγορούμενο Δ. Ψ. του Γ. – Κ. και της Α., που γεννήθηκε στην Αθήνα, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …), Με παρόντα τον 10° κατηγορούμενο Ι. Ζ. του Ν. και της Κ., που γεννήθηκε στην Αθήνα, το έτος …, κάτοικο …, (…), Με παρόντα τον 11° κατηγορούμενο Π. Θ. του Α. και της Γ., που γεννήθηκε στην …, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …), Με παραστάντα δια πληρεξουσίου τον 12° κατηγορούμενο Α. Γ. του Ν. και της Ε., που γεννήθηκε στην Αθήνα, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …), Με παραστάντα δια πληρεξουσίου τον 13° κατηγορούμενο Π. Π. του Δ. και της Μ., που γεννήθηκε στο …, το έτος …, κάτοικο …,’ (οδός …), Με παραστάντα δια πληρεξουσίου τον 14° κατηγορούμενο Γ. Κ. του Π. και της Λ., που γεννήθηκε στην …, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …), Με παραστάντα δια πληρεξουσίου τον 15° κατηγορούμενο Ε. Μ. του Α. και της Σ., που γεννήθηκε στη …, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …), ΚΑΙ Με παραστάντα δια πληρεξουσίου τον 16° κατηγορούμενο Λ. Χ. του Α. και της Κ., που γεννήθηκε στη …, το έτος …, κάτοικο …, (οδός …). ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΑΙΤΗΜΑ ΑΝΑΒΟΛΗΣ ΓΙΑ ΚΡΕΙΣΣΟΝΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ.
(ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΝΤΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ)
Με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση δεν περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τις απαλλακτικές διατάξεις της σχετικά με τους κατηγορουμένους που αφορά η κρινόμενη έκθεση αναίρεσης της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, αφού δεν παρατίθενται στην απόφαση αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα οποία να αποκλείουν τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των πιο πάνω αδικημάτων και τα οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι, όπως τα πραγματικά περιστατικά κάθε επιμέρους αξιόποινης πράξης εκτίθενται, στο, κατά τα ως άνω, διατακτικό της απόφασης, ούτε δε και αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα γιατί το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Ειδικότερα: 1. Ως προς την Μ. Τ.-Ψ., κατηγορουμένη για τις πράξεις α) της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων πλαστογραφίας, υπεξαίρεσης και απάτης, β) της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ’ εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, γ) της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και δ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης, που είχε συσταθεί για τον σκοπό αυτό. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η εν λόγω κατηγορουμένη, σύζυγος του αρχικά κατηγορουμένου και ήδη αποβιώσαντος Π. Ψ., υπήρξε μέλος του Δ.Σ. των εταιρειών … Α.Ε., … ΟΜΙΛΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Α.Ε., …, … Α.Ε., … Α.Ε., … Α.Ε., … Α.Ε. ότι στις 15.7.2004 απέκτησε με πώληση από το σύζυγό της το σύνολο των μετοχών της εταιρείας … Α.Ε., οι οποίες ήταν ενεχυριασμένες στην … προς εξασφάλιση δανείου που είχε λάβει ο σύζυγός της και εξοφλήθηκε το έτος 2008, ότι η ίδια είχε υπογράψει έγγραφο – υπεύθυνη δήλωση προς την ΠΡΟΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΑ, όπου δηλώνει υπεύθυνα και σε σχέση με τις συναλλαγές της … ΑΕ, ότι δεν υπήρξε αλλαγή στην εκπροσώπηση ή στην εμπορική κατάσταση. Επίσης, ότι η αμέσως παραπάνω εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια ακινήτου επί της …, το οποίο ανηγέρθη τα έτη 2005 έως 2009, στη διαχείριση του οποίου είχε προσωπική συμμετοχή η κατηγορουμένη, ενώ έγιναν και διαδοχικές αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της παραπάνω εταιρείας από το έτος 2004 έως το έτος 2008, οπότε το μετοχικό της κεφαλαίο ανήλθε στο ποσό των 13.841,460 ευρώ, τα δε χρήματα των ως άνω αυξήσεων κατέβαλε αποκλειστικά η κατηγορουμένη. Ακόμη ότι η ίδια συμμετείχε στις τακτικές γενικές συνελεύσεις της εταιρείας … ΑΕ και στις 22.2.2010 εκλέχθηκε στη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εν λόγω εταιρείας. Περαιτέρω, ότι είχε υπογράψει τον πίνακα συνοπτικών οικονομικών στοιχείων έτους 2007, της εταιρείας … Α.Ε. και ότι είχαν μεταβιβασθεί στην κατηγορουμένη 12.000.000 μη εισηγμένες μετοχές της εταιρείας …, η οποία αποτελούσε νομικό εργαλείο – όχημα ξεπλύματος χρήματος. Ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η προσωπική περιουσία της κατηγορουμένης Μ. Τ. – Ψ. αύξαινε συνεχώς, όπως και των μελών της οικογένειάς της, κατά τα έτη 2004 έως και 2008, ότι αυτή εμφανίζεται κατ’ αρχάς να ασχολείται με τις επιχειρήσεις του συζύγου της, δεν προέκυψε όμως ότι οι γνώσεις της συνάδουν με την εικόνα της επιχειρηματία, όπως σε πλήθος εγγράφων όπου έθετε την υπογραφή της αναφερόταν, αλλά της απλής οικοκυράς, ότι εκ της κατοχής και μόνο μιας θέσης στο Δ.Σ. μιας εταιρείας και μάλιστα όλως τυπικά, δεν μπορεί να συναχθεί ότι αυτή ασκούσε ουσιαστική διοίκηση και μετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στα θέμα του Ομίλου, ότι περί μη “εμπλοκής” της κατέθεσαν μάρτυρες στο ακροατήριο, ούτε αποδείχθηκε ότι οι τεθείσες αναφερόμενες υπογραφές ήταν γνήσιες δικές της, αντίθετα δεν ομοιάζουν με την υπογραφή της που υποδείχθηκε στο ακροατήριο σε έγγραφα που συντάχθηκαν σε ανύποπτο χρόνο, όπως η αστυνομική της ταυτότητα. Με όσα παραπάνω δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε ελλιπή και ασαφή αιτιολογία ως προς την αθώωση της κατηγορουμένης, διότι, ενώ έκρινε ότι αποδείχθηκε ενεργός δραστηριότητά της σε συγκεκριμένες πράξεις που επαύξησαν την περιουσία της και ειδικότερα η διενέργεια εκ μέρους της με τις προαναφερόμενες ιδιότητές της των αναφερομένων διαχειριστικών πράξεων των ως άνω εταιρειών του Ομίλου του Π. Ψ., οδηγήθηκε σε απαλλακτική κρίση με την επιγραμματική και όλως ελλιπή αιτιολογία ότι οι γνώσεις της δεν συνάδουν με την εικόνα της επιχειρηματία, αλλά της απλής οικοκυράς. Επίσης με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε πως οι τεθείσες αναφερόμενες υπογραφές ήταν γνήσιες δικές της, χωρίς να διαλαμβάνει σαφή κρίση ότι οι εν λόγω υπογραφές ήσαν πλαστές και είχαν τεθεί χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση της κατηγορουμένης. 2. Ως προς την Ό. Ψ. του Π., κατηγορουμένη για τις πράξεις α) της ένταξης ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει την διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων πλαστογραφίας, υπεξαίρεσης και απάτης, β) της απάτης κατ’ εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, τελεσθείσας από κοινού, γ) της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ’ εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, δ) της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ε) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης που είχε συσταθεί για το σκοπό αυτό. Η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές για την εν λόγω κατηγορουμένη και ειδικότερα δέχθηκε ότι αυτή κατόπιν εντολής και επιθυμίας του πατέρα της Π. Ψ., είχε την ιδιότητα του απλού, μη εκτελεστικού μέλους, στο Διοικητικό Συμβούλιο των εταιρειών … A.E., … Α.Ε., … ΟΜΙΛΟΣ ΑΕ, … Α.Ε., … ΑΕ και … ΑΕ. Επίσης ότι είχε την ιδιότητα της Διευθύντριας Λιανικής Δικτύου και Αναπληρώτριας Γενικής Διευθύντριας Εναλλακτικών Δικτύων Νέων Προϊόντων και Προώθησης Πωλήσεων της ασφαλιστικής εταιρείας … …, καθώς και ότι είχε προσληφθεί και εργαζόταν σε διευθυντική θέση στην Τράπεζα …, η οποία προωθούσε ασφαλιστικά προϊόντα. Ακόμη δέχθηκε ότι η κατηγορουμένη παραστάθηκε ως προσκεκλημένη σε δύο προωθήσεις ασφαλιστικών προϊόντων, στα ξενοδοχεία “…” και “…” στις 15.5.2007 και 21.6.2007, αντίστοιχα, έστω και χωρίς να απευθυνθεί στους ασφαλιστές, ότι διακινήθηκαν από αυτήν χρηματικά ποσά που κατέληξαν σε προσωπικούς λογαριασμούς της ίδιας και της μητέρας της και συγκεκριμένα ποσά από το ιδρυθέν τον Οκτώβριο του έτους 2005, από τον Π. Ψ., καταπίστευμα με την επωνυμία … LIMITED, διαχειρίστρια του οποίου είχε διοριστεί και η κατηγορουμένη, η οποία τα μετέφερε σε φανερό λογαριασμό της στην ΤΡΑΠΕΖΑ … την περίοδο που είχε ξεκινήσει η έρευνα και ο πατέρας της Π. Ψ. ετύγχανε προσωρινά κρατούμενος, τα δε χρήματα αυτά δεν είχαν καμία σχέση με τις παράνομες πράξεις του Π. Ψ., διότι αποτελούσαν καταπίστευμα κατατεθειμένο στο όνομά της σε ανύποπτο χρόνο, προ ετών. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου όμως, ενώ δέχθηκε τα παραπάνω, κήρυξε την κατηγορουμένη αθώα όλων των πράξεων, χωρίς να διαλάβει την επιβαλλόμενη σαφή και πλήρη αιτιολογία. Ειδικότερα, αρκέστηκε να αποκλείσει τη συμμετοχική δράση της κατηγορουμένης στις αξιόποινες πράξεις, εκ μόνου του λόγου ότι αυτή ετύγχανε απλό μέλος του Δ.Σ., στις προαναφερθείσες εταιρείες, μη εκτελεστικό μέλος, χωρίς δικαίωμα υπογραφής, ενώ η διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία των μελών του Δ.Σ. , ανωνύμων εταιρειών, είναι παράλληλη με την εξουσία των υποκατάστατων μελών του Δ.Σ., σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση. Συνακολούθως απέκλεισε τη συμμετοχική της δράση στο αδίκημα της απάτης σε βάρος των ασφαλισμένων, με την ελλιπή αιτιολογία ότι η ίδια δεν απευθύνθηκε προσωπικά στους ασφαλιστές, κατά την προώθηση των ασφαλιστικών προϊόντων. Περαιτέρω, με ασαφή και ελλιπή αιτιολογία δέχθηκε ότι η μεταφορά των αναφερομένων χρημάτων σε προσωπικό λογαριασμό της, από το προαναφερθέν καταπίστευμα, δεν συνάδει με δόλο απόκρυψης παράνομων χρημάτων και νομιμοποίησής τους, διότι τα χρήματα αυτά προέρχονταν από καταπίστευμα που είχε συσταθεί σε ανύποπτο χρόνο, το έτος 2005, χωρίς να αιτιολογεί αν το προϊόν του καταπιστεύματος αυτού αφορούσε χρήματα που προέρχονταν από νόμιμες αιτίες. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί και το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ασαφή και αόριστο αναφέρεται στην ανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Κ. Κ., Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της …, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και ο οποίος κατέθεσε, σύμφωνα άλλωστε και με τις παραδοχές του Εφετείου, επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος της κατηγορουμένης, κρίνοντας την κατάθεσή του αναξιόπιστη, για μόνο το λόγο ότι αυτός δεν προσήλθε στο ακροατήριο να την επιβεβαιώσει και πολύ περισσότερο να την διευκρινίσει και να απαντήσει σε τυχόν διευκρινιστικά ερωτήματα, χωρίς, δηλαδή, να αναφέρεται αν τα όσα σχετικά κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας έλαβα χώρα ή όχι ή ανταποκρίνονται ή δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική αλήθεια των πραγμάτων. 3. Ως προς τον Δ. Ψ. του Π., κατηγορούμενο για τις πράξεις α) της ένταξης ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων πλαστογραφίας, υπεξαίρεσης και απάτης, β) της άμεσης συνέργειας σε απιστία, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και γ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης που είχε συσταθεί για το σκοπό αυτό. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου στις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της διέλαβε, ειδικότερα, ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος ετύγχανε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας … ΑΕΓΑ, καθώς και Προέδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Κυπριακής Εταιρείας με την επωνυμία … HOLDING LTD και ότι στις 17.12.2007 η πρώτη παραπάνω ΑΕΓΑ πώλησε στη δεύτερη, Κυπριακή εταιρεία, 1.146.447 μετοχές, έναντι τιμήματος 11.418.612 ευρώ, το οποίο, ουδέποτε καταβλήθηκε, ενώ οι μετοχές πράγματι μεταβιβάστηκαν. Επίσης ότι στον αριθ. 1011056050 τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου, που ανοίχθηκε στην τράπεζα STADART CHAPTERED BANK JERSEY LIMITED, τον Φεβρουάριο του έτους 2011, εμβάστηκαν τα ποσά των 2.300.000 δολαρίων ΗΠΑ και των 309.000 ελβετικών φράγκων, τα οποία ποσά, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, προέρχονται από κεφάλαια του πατέρα του Π. Ψ., προ του έτους 2003, με τα οποία συνέστησε καταπίστευμα το έτος 2005, με δικαιούχο και διαχειριστή τον κατηγορούμενο και άλλα μέλη της οικογένειάς του. Το Εφετείο, ενώ δέχθηκε τα παραπάνω, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο όλων των αποδιδόμενων πράξεων, κρίνοντας ότι τα πάντα έγιναν εν αγνοία του, από τον πατέρα του Π. Ψ., καθόσον ο κατηγορούμενος ήταν αμέτοχος, σπούδαζε στο εξωτερικό και στη συνέχεια πήγε φαντάρος και μετά την επιστροφή του αναμίχθηκε στην ΑΕΓΑ ουσιαστικά ως απλός υπάλληλος έστω και αν τυπικά είχε τοποθετηθεί με εντολή του πατέρα του ως Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος αυτής και ουδεμία σχέση και γνώση είχε για τις ενέργειες του πατέρα του, ο οποίος μόνος του συνέτασσε, υπέγραφε και κατέθετε έγγραφα για λογαριασμό των μελών της οικογενείας του, εν αγνοία αυτών. Στις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, όμως, στις οποίες στήριξε την απαλλακτική του κρίση για τον εν λόγω κατηγορούμενο, δεν διέλαβε την απαιτούμενη σαφή και πλήρη αιτιολογία, πώς δηλαδή κατέστη δυνατή η λειτουργία των παραπάνω εταιρειών, των οποίων ο κατηγορούμενος αυτός ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ουδεμία συμμετοχή του ιδίου σ’ αυτές και εν πλήρη αγνοία του, καθώς επίσης δεν αιτιολογεί γιατί δεν προσέβαλε τις αμφισβητούμενες υπογραφές του ως πλαστές και γιατί άνοιξε τραπεζικό λογαριασμό τον Φεβρουάριο του έτους 2011, στον οποίο εμβάστηκαν τα ως άνω ποσά, σε χρόνο που είχε ήδη ανακληθεί η άδεια της εταιρείας … ΑΕΓΑ και ο πατέρας του Π. Ψ. ελεγχόταν ποινικά. Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι τα χρήματα του καταπιστεύματος που ανοίχθηκε το έτος 2005 δεν αποδείχθηκε ότι ήσαν παράνομα, δεν αιτιολογεί κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τη νόμιμη προέλευσή τους, όπως δεν αιτιολογεί και τη μη καταβολή του τιμήματος των 11.418.612 ευρώ για τη μεταβίβαση των 1.146.447 μετοχών της … ΑΕΑΖ, που ανήκαν στην … ΑΕΓΑ, στην Κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία … HOLDING LTD, συμφερόντων του εν λόγω κατηγορουμένου. 4. Ως προς τον Δ. Β. του Μ., κατηγορούμενο για τις πράξεις α) της ένταξης ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων πλαστογραφίας, υπεξαίρεσης και απάτης, β) της απάτης κατ’ εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000, τελεσθείσας από κοινού, γ) της πλαστογραφίας με χρήση κατ’ εξακολούθηση, με σκοπό πορισμού οφέλους διά βλάβης τρίτου, που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, τελεσθείσας από κοινού, δ) της απιστίας κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ε) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης που είχε συσταθεί για τον σκοπό αυτό. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αφού κήρυξε ένοχο τον εν λόγω κατηγορούμενο για δύο (2) επιμέρους πράξεις απιστίας, σε βάρος των ασφαλιστικών εταιρειών “… Α.Α.Ε.” και “… … … AΒ”, καθώς και για δύο (2) επιμέρους πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα ως άνω στο διατακτικό της απόφασης, κήρυξε τον ίδιο κατηγορούμενο αθώο όλων των άλλων αξιόποινων πράξεων, όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των πράξεων αυτών, παρατίθενται επίσης, αναλυτικά, στο διατακτικό της. Το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός είχε την ιδιότητα του νόμιμου διαχειριστή των παραπάνω ασφαλιστικών εταιρειών, η δεύτερη των οποίων εδρεύει στο … Σουηδίας και ότι ετύγχανε και Διευθύνων Σύμβουλος της … Α.Α.Ε., θεμελίωσε την απαλλακτική κρίση του στις εξής αιτιολογίες: Για μεν το αδίκημα της απάτης, ότι δεν προέκυψε ότι ο ίδιος προέβαινε σε παραστάσεις ψευδών γεγονότων προς τους παθόντες – ασφαλισμένους και ότι η όποια βλάβη επήλθε στους ασφαλισμένους δεν ήταν το άμεσο αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων του κατηγορουμένου προς αυτούς, αλλά αυτή επήλθε αντανακλαστικά, κατ’ άλλον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να στοιχειοθετηθεί νομικά το έγκλημα της απάτης. Για δε το αδίκημα της πλαστογραφίας, που αφορά στην εξαρχής κατάρτιση δέκα έξι (16) πλαστών εγγράφων Κτηματολογικού Γραφείου Ρουμανίας, ότι η ασφαλιστική εταιρεία … Α.Α.Ε. ήταν πράγματι ιδιοκτήτρια οικοπέδων στις περιοχές της Ρουμανίας και ότι οι δηλωθείσες από τον κατηγορούμενο αξίες των οικοπέδων αυτών κινούνταν στο πλαίσιο τιμών Ρουμανίας. Περαιτέρω, για το αδίκημα της απιστίας, σχετικά με τα εμβάσματα από την ασφαλιστική εταιρεία … Α.Α.Ε., της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος, προς τη μητρική της εταιρεία με την επωνυμία “… LTD”, ότι τα εμβάσματα έγιναν στα πλαίσια λειτουργίας αλληλόχρεου λογαριασμού, προς αγορά οικοπέδων μόλις παρουσιαζόταν επενδυτική ευκαιρία. Τέλος, για όλες τις υπόλοιπες μερικότερες πράξεις, το Εφετείο διέλαβε τις επιγραμματικές και όλως ασαφείς αιτιολογίες ότι προέκυψαν αμφιβολίες και το δικαστήριο δεν σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της ενοχής του, ότι δεν αποδείχθηκε εμπλοκή του και μάλιστα άμεση συνέργεια για την πράξη της απάτης σε βάρος των ασφαλισμένων και των επενδυτών των εταιρειών … ΑΕΓΑ και … και ότι οι μεταφορές χρημάτων μεταξύ των εταιρειών του “ΟΜΙΛΟΥ Ψ.” δεν είναι, χωρίς άλλο, παράνομες, έστω και αν συνιστούν κακοδιαχείριση, δεδομένου ότι τα χρήματα δεν εκφεύγουν από τον “ΟΜΙΛΟ” αφού μεταξύ των εταιρειών του υπήρχε ανοικτός λογαριασμός. ‘Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όμως, διέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τις απαλλακτικές διατάξεις της για τον κατηγορούμενο Δ. Β.. Ειδικότερα, ενώ αποκλείει τη δράση αυτού ως συναυτουργού ή ως άμεσου συνεργού για το αδίκημα της απάτης, σε βάρος των παθόντων – ασφαλισμένων, ουδέν διαλαμβάνει για την περίπτωση οποιασδήποτε άλλης συνδρομής του, πριν από την εκτέλεση ή κατά την εκτέλεση της πράξης ούτε επίσης αναφέρει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συνήγαγε από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα από τα οποία (περιστατικά) δεν πείσθηκε το Δικαστήριο για οποιαδήποτε τέτοια συνδρομή. Επιπλέον, για το αδίκημα της πλαστογραφίας, δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα αν τα επίμαχα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Ρουμανίας ήσαν ή όχι πλαστά ούτε αναφέρει περιστατικά από τα οποία προέκυψε ότι η αξία των εκεί οικοπέδων της … Α.Α.Ε. δεν ήταν υπερτιμημένη. Εξάλλου, σχετικά με το αδίκημα της απιστίας, δια των εμβασμάτων της παραπάνω εταιρείας προς τη μητρική της εταιρείας “… LTD”, δεν αιτιολογεί σαφώς την τελική κατάληξη των εμβασμάτων αυτών, ώστε να αποκλεισθεί η ζημία της εταιρείας … Α.Α.Ε. Τέλος, ως προς τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες στήριξε την απαλλακτική του κρίση στη δημιουργία αμφιβολιών και μόνο, δεν αιτιολογεί επαρκώς και με σαφήνεια γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στα πρακτικά, δεδομένου μάλιστα και του ότι για τις εξακολουθητικές πράξεις της απιστίας και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, για τις οποίες καταδίκασε τον κατηγορούμενο, απέδωσε σε αυτόν δόλια προαίρεση. 5. Ως προς τον Β. Α. του Μ., κατηγορούμενο για τις πράξεις α) της ένταξης ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων πλαστογραφίας, υπεξαίρεσης και απάτης, β) της απλής συνέργειας σε απάτη κατ’ εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, γ) της πλαστογραφίας κατ’ εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού οφέλους διά βλάβης τρίτου που υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, τελεσθείσες από κοινού, δ) της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ’ εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, ε) της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και στ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης που είχε συσταθεί για τον σκοπό αυτό. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αφού δέχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή και Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών της εταιρείας … ΑΕΓΑ και ότι είχε προσυπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αυτής, των ετών 2007 και 2008, οι οποίες εμφάνιζαν μη αληθείς απαιτήσεις της παραπάνω εταιρείας, κήρυξε αυτόν αθώο όλων των αποδιδόμενων αξιόποινων πράξεων, διαλαμβάνοντας τις αιτιολογίες ότι δεν αποδείχθηκε, χωρίς αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος είχε δόλο κατά τη συνυπογραφή των πιο πάνω οικονομικών καταστάσεων, τις οποίες είχε συντάξει ο αποβιώσας Γ., ως αναλογιστής. Επίσης, ότι δεν είχε δόλο για τις πράξεις της απάτης και της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση, διότι αυτός που χάρασσε την πολιτική σε ολόκληρο τον Όμιλο των εταιρειών ήταν ο αρχικά κατηγορούμενος και αποβιώσας Π. Ψ. και οι λοιποί κατηγορούμενοι εκτελούσαν τις εντολές και επιθυμίες του, χωρίς να μετέχουν ουσιαστικά στη διοίκηση των εταιρειών του Ομίλου, όπου επικρατούσε “ενός ανδρός αρχή”, χωρίς να γνωρίζουν τίποτα για τις αληθινές προθέσεις του Π. Ψ.. Επιπλέον, ως προς την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου τις “…”, αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας από κοινού, ότι το έγγραφο αυτό ήταν επινόηση του Π. Ψ. και το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι στην πράξη αυτή ενέχεται ο κατηγορούμενος Β. Α.. ‘Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όμως, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες, σχετικά με το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου του παραπάνω κατηγορουμένου, διότι δεν αιτιολογεί πλήρως, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στα πρακτικά, αλλ’ αντίθετα, απέκλεισε τον δόλο του κατηγορουμένου με την ασαφή και σχεδόν επιγραμματική αιτιολογία ότι εκτελούσε τις εντολές και τις επιθυμίες του Π. Ψ., χωρίς να γνωρίζει τίποτε για τις αληθινές προθέσεις του τελευταίου. 6. Ως προς τον Α. Α. του Ν., κατηγορούμενο για τις πράξεις α) της ένταξης ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων πλαστογραφίας, υπεξαίρεσης και απάτης, β) της απλής συνέργειας σε απάτη κατ’ εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, γ) της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ’ εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, δ) της άμεσης συνέργειας σε απιστίας κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ε) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης που είχε συσταθεί για τον σκοπό αυτό. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κήρυξε τον εν λόγω κατηγορούμενο ένοχο του αδικήματος άμεσης συνδρομής σε μερικότερες πράξεις απιστίας, που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του Δ. Β. και ωσαύτως ένοχο μερικότερων πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, όπως όλες αυτές οι πράξεις εξειδικεύονται ως άνω στο διατακτικό της απόφασης, κήρυξε αυτόν αθώο όλων των άλλων αξιόποινων πράξεων, όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση παρατίθενται επίσης στο διατακτικό. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός είχε την ιδιότητα του Υπεύθυνου Διαχείρισης Επενδύσεων της ασφαλιστικής εταιρείας … Α.Α.Ε., κήρυξε δε αυτόν αθώο με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα αδικήματα τελέστηκαν από αυτόν, διότι όλες οι κατηγορίες αφορούν σε πράξεις που τον διέτασσε να εκτελεί ο βασικός κατηγορούμενος Π. Ψ. και ο κατηγορούμενος εκτελούσε απροφασίστως τις εντολές του, χωρίς να αποδεικνύεται ότι ο ίδιος γνώριζε τις ακριβείς άδικες και παράνομες πράξεις του αυτουργού Π. Ψ. και ότι παρέχει συνδρομή στην τέλεση εγκλήματος. ‘Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όμως, διέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες για την αθωότητα του κατηγορουμένου, διότι δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, αναφορικά με τις αξιόποινες πράξεις του κατηγορουμένου, αλλά το Δικαστήριο αρκέστηκε σε όλως ασαφή, ελλιπή και σχεδόν επιγραμματική αιτιολογία. Επιπλέον, η αιτιολογία αυτή, περί αποκλεισμού του δόλου του κατηγορουμένου, ως εκτελούντος απροφασίστως τις εντολές του Π. Ψ., είναι και αντιφατική σε σχέση με την αιτιολογία για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, στις οποίες του αποδίδεται δόλια προαίρεση. 7. Ως προς τον Β. Τ. του Α., κατηγορούμενο για τις πράξεις α) της ένταξης ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων πλαστογραφίας, υπεξαίρεσης και απάτης, β) της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και γ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης που είχε συσταθεί για τον σκοπό αυτό. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του υπεύθυνου των προμηθειών του Ομίλου Ψ. και ότι ανέλαβε τα καθήκοντα του Προέδρου της εταιρείας … ΟΜΙΛΟΣ ΑΕ, κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο όλων των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή τους παρατίθενται στο ως άνω διατακτικό της απόφασης. Την απαλλακτική κρίση του το Εφετείο θεμελίωσε στις συνοπτικές αιτιολογίες ότι ο κατηγορούμενος δεν άσκησε ουσιαστική διοίκηση της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας, της οποίας ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, καθόσον δεν γνώριζε οτιδήποτε για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας αυτής και πίστευε σε όσα του παρουσίαζε ο ουσιαστικός διοικητής αυτής, γαμβρός του (επ’ αδελφή) Π. Ψ., στις εντολές του οποίου υπάκουαν τυφλά ο κατηγορούμενος και τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας. ‘Έτσι που έκρινε, όμως, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες, στις οποίες στήριξε τις απαλλακτικές διατάξεις του, διότι δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και πλήρη τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ιδιαίτερα ως προς την ουσιαστική διοίκηση της παραπάνω εταιρείας, καθώς και τη γνώση του κατηγορουμένου αυτού για την πραγματική της οικονομική κατάσταση. 8. Ως προς τον Δ. Ψ. του Γ.- Κ., κατηγορούμενο για τις πράξεις α) της ένταξης ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων πλαστογραφίας, υπεξαίρεσης και απάτης, β) της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ’ εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, γ) της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και δ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης που είχε συσταθεί για τον σκοπό αυτό. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε αθώο τον εν λόγω κατηγορούμενο για όλες τις πράξεις όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση παρατίθενται, ως άνω, στο διατακτικό της απόφασής του. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος ήταν πρώτος εξάδελφος του κατηγορουμένου Π. Ψ. και είχε το δικαίωμα συνυπογραφής επιταγών και εμβασμάτων, χωρίς όμως να είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας … ΑΕΓΑ ή να ασκεί ουσιαστική διοίκηση και θεμελίωσε την απαλλακτική της κρίση στην αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένας απλός υπάλληλος,, ο οποίος δεν γνώριζε τα σχέδια, τις επιδιώξεις, τους στόχους κλπ που χάρασσε ο Π. Ψ. ή τα κεντρικά όργανα της εταιρείας και δεν μπορούσε να αρνηθεί να υπογράψει τα ανωτέρω αξιόγραφα ή να μην εκτελέσει την εντολή που ερχόταν άνωθεν, από τη διοίκηση δηλαδή της εταιρείας, διότι οι μεταφορές των χρημάτων για τις οποίες κατηγορείται, ήταν, όπως φαίνεται, μία συνηθισμένη πρακτική. Ακόμη διέλαβε ότι οι μεταφορές χρημάτων προς την εταιρεία … ΑΕ δεν κατέληγαν σε προσωπικούς λογαριασμούς του Π. Ψ., αλλά στην εταιρεία του Ομίλου … ΑΕ, από την οποία ζητήθηκαν δι’ αγωγής που άσκησε ο εκκαθαριστής της πρώτης πιο πάνω εταιρείας. ‘Έτσι που έκρινε το Εφετείο όμως, δεν διέλαβε στην απόφασή του τις επιβαλλόμενες σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, με επαρκή έκθεση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία να δικαιολογείται ο αποκλεισμός της γνώσης του κατηγορουμένου, ιδιαίτερα για τα πραγματικά περιστατικά των αδικημάτων της υπεξαίρεσης και της απιστίας, στα οποία αδικήματα κατηγορείται ως άμεσος συνεργός, αλλά η προσβαλλόμενη απόφαση αρκείται στην ιδιότητα του κατηγορουμένου, τον οποίο χαρακτηρίζει μεν αορίστως ως απλό υπάλληλο με δικαίωμα όμως συνυπογραφής επιταγών και εμβασμάτων, χωρίς περαιτέρω να αιτιολογεί με πληρότητα, επάρκεια και σαφήνεια με βάση ποια πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι αποκλείεται ο κατηγορούμενος να γνώριζε τα σχέδια και τις επιδιώξεις του Π. Ψ.. 9. Ως προς τον Ι. Ζ. του Ν., κατηγορούμενο για τις πράξεις α) της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσία κατ’ εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, β) της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και γ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, τελεσθείσας από κοινού. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε αθώο τον εν λόγω κατηγορούμενο όλων των παραπάνω πράξεων, όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση παρατίθενται λεπτομερώς στο άνω διατακτικό της απόφασης. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός ασκούσε τα καθήκοντα του Διευθυντή Λογιστηρίου της … ΑΕΓΑ, θεμελίωσε την απαλλακτική κρίση του στις αιτιολογίες ότι στα καθήκοντα αυτά δεν περιλαμβάνεται και η εξουσία ουσιαστικής έγκρισης κάθε δαπάνης, ούτε ο έλεγχος σκοπιμότητας και νομιμότητας αυτής, ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε μεταβεί στο γραφείο του Π. Ψ., ούτε είχε λάβει προσωπικά εντολές από αυτόν και ότι η εκ μέρους του κατηγορουμένου συνυπογραφή των εντολών μεταφοράς χρημάτων ή πληρωμών ήταν γι’ αυτόν υποχρεωτική και είχε το χαρακτήρα δεύτερης υπογραφής, όλως διεκπεραιωτικής. ‘Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όμως, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον αρκέστηκε απλώς στην παράθεση των τυπικών καθηκόντων του κατηγορουμένου και δεν εκθέτει, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ώστε να αποκλείεται η ουσιαστική συμμετοχή και η γνώση του κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται. 10. Ως προς τον Π. Θ. του Α., κατηγορούμενο για τις πράξεις α) της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ’ εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, β) της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και γ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, τελεσθείσας από κοινού. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε αθώο τον εν λόγω κατηγορούμενο όλων των παραπάνω πράξεων, όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση παρατίθενται λεπτομερώς στο ως άνω διατακτικό της απόφασης. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός είχε την ιδιότητα του Υποδιευθυντή Διαχείρισης Διαθεσίμων και Εισπρακτικής Υπηρεσίας της … ΑΕΓΑ θεμελίωσε την απαλλακτική κρίση του στην αιτιολογία ότι η υπογραφή του κατηγορουμένου ήταν τυπική συνυπογραφή διεκπεραιωτικού χαρακτήρα και δεν είχε δικαίωμα ελέγχου της νομιμότητας των ενταλμάτων, ούτε και αμφισβήτησης αυτών, αφ’ ης στιγμής μάλιστα αυτά ήσαν υπογεγραμμένα από ανωτέρους απ’ αυτόν υπαλλήλους. Επίσης ότι οι μεταφορές χρηματικών ποσών και ενταλμάτων γίνονταν ενδοομιλικά, μεταξύ των εταιρειών του Ομίλου Ψ., για σκοπό που δεν ήταν γνωστός στον κατηγορούμενο, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε στην απολογία του. ‘Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όμως, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι αρκέστηκε στην αναφορά των τυπικών καθηκόντων του κατηγορουμένου και δεν εκθέτει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ως προς την δραστηριότητα αυτού στην ως άνω εταιρεία, ενόψει και των παραπάνω σημαντικών καθηκόντων του, καθώς και ως προς την ενδοομιλική δραστηριότητα αυτού, την πορεία και την τελική κατάληξη των μεταφερθέντων χρηματικών ποσών και των ενταλμάτων και γενικότερα την παράθεση πραγματικών περιστατικών που αποκλείουν τη γνώση του άδικου χαρακτήρα των πράξεων από τον κατηγορούμενο αυτό. 11. Ως προς τον Α. Γ. του Ν., κατηγορούμενο για τις πράξεις α) της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ’ εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, β) της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και γ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικής δραστηριότητες, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, τελεσθείσας από κοινού. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε αθώο τον εν λόγω κατηγορούμενο όλων των παραπάνω πράξεων, όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση παρατίθενται λεπτομερώς στο ως άνω διατακτικό της απόφασης. Σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου ο κατηγορούμενος το έτος 2005 ανέλαβε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας … ΑΕ και του δόθηκε η εξουσία με μόνη την υπογραφή του να δεσμεύει την εταιρεία ως προς το σύνολο των δραστηριοτήτων της. Κατά την κατηγορία, το αδίκημα της υπεξαίρεσης, στο οποίο φέρεται να συνήργησε άμεσα ο κατηγορούμενος, συνίσταται και στη μεταφορά χρηματικών ποσών από την εταιρεία … ΑΕΓΑ προς την εταιρεία … Α.Ε., τα οποία κατέληξαν σε προσωπικούς λογαριασμούς του Π. Ψ. με αποτέλεσμα ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί το συνολικό ποσό των 9.306.471,18 ευρώ. Η προσβαλλόμενη απόφαση θεμελίωσε την απαλλακτική της κρίση στις αιτιολογίες ότι το παραπάνω χρηματικό ποσό μεταφέρθηκε μεν σε λογαριασμό του Π. Ψ., εισπράχθηκε όμως από αυτόν με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας … ΑΕ, κατά της οποίας ασκήθηκε αγωγή, καθώς και ότι όλα τα παραπάνω έγιναν κατόπιν εντολών και σύμφωνα με τους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς του Π. Ψ., τους οποίους σαφώς δεν γνώριζε ο κατηγορούμενος, ότι ο Π. Ψ. είχε λίαν ενεργό και κυριαρχικό ρόλο στην εταιρεία … Α.Ε. και, τέλος, αναφορικά με την πράξη της συνέργειας σε απιστία, ότι ο κατηγορούμενος Α. Γ. ήταν τυπικά μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας … ΟΜΙΛΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Α.Ε., χωρίς καμία απολύτως αρμοδιότητα και χωρίς καν να συμμετέχει σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. ‘Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όμως, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες, διότι δεν εκθέτει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα σχετικά με την τελική κατάληξη των ως άνω χρημάτων που κατά την κατηγορία ιδιοποιήθηκε παράνομα ο Π. Ψ. και επίσης δεν αιτιολογεί γιατί τα χρήματα μεταφέρθηκαν στον προσωπικό λογαριασμό του Π.Ψ. και όχι της εταιρείας … Α.Ε. Επίσης δεν εκτίθεται σαφώς από ποια προκύψαντα πραγματικά περιστατικά αποκλείεται η γνώση του κατηγορουμένου, περί του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων της υπεξαίρεσης και της απιστίας και δεν αιτιολογείται ειδικότερα γιατί η τυπική ιδιότητα του μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας … ΟΜΙΛΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Α.Ε., χωρίς όμως να αναφέρεται και η εν γένει δραστηριότητα του στην εταιρεία αυτή, αποκλείει τη γνώση του άδικου χαρακτήρα της πράξης της απιστίας, δεδομένης και της παράλληλης διαχειριστικής εξουσίας του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας, με τα υποκατάστατα όργανα του Δ.Σ., όπως εκτέθηκε στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης. 12. Ως προς τον Γ. Κ. του Π., κατηγορούμενο για τις πράξεις α) της ένταξης ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων πλαστογραφίας, υπεξαίρεσης και απάτης, β) της άμεσης συνέργειας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και γ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης που είχε συσταθεί για τον σκοπό αυτό. Και 13. Ως προς τον Λ. Χ. του Α., κατηγορούμενο για τις ίδιες παραπάνω πράξεις που αποδίδονται καις τον Γ. Κ., όπως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των πράξεων αυτών παρατίθενται ως άνω στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της παραπάνω απόφασης, όπως το σκεπτικό αυτής παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό της, ο κατηγορούμενος Λ. Χ. είχε την ιδιότητα του Διευθυντή και νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στην Κύπρο εταιρείας με την επωνυμία “… Ltd” κατά τα έτη 2006 – 2008 και στη συνέχεια της θητείας αυτού, την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου – διευθυντή της ίδιας εταιρείας απέκτησε ο κατηγορούμενος Γ. Κ.. Κατά τα πραγματικά περιστατικά του ως άνω αδικήματος της άμεσης συνέργειας στην κακουργηματική απιστία κατ’ εξακολούθηση, που αποδίδεται στους εν λόγω κατηγορουμένους, ο συγκατηγορούμενός τους Δ. Β., νόμιμος εκπρόσωπος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ασφαλιστικής εταιρείας “… Α.Α.Ε.” ζημίωσε εν γνώσει του την περιουσία της εταιρείας αυτής, κατά το συνολικό ποσό των 62.087.411 ευρώ, η δε ζημία επήλθε με την άμεση συνδρομή των κατηγορουμένων Λ. Χ. και Γ. Κ., με χρηματικά ποσά που εμβάστηκαν από την … Α.Α.Ε. προς την εταιρεία “… Ltd” ανά τακτά χρονικά διαστήματα, κατά τις χρήσεις 2007, 2008 και 2009, χωρίς τα σχετικά εμβάσματα να υποστηρίζονται από κανένα παραστατικό που να αποδεικνύει την ύπαρξη πραγματικής συναλλαγής μεταξύ των δύο εταιρειών, καθώς ουδέποτε αγοράστηκε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο έναντι αυτών και ούτε ποτέ επιστράφηκαν τα ποσά αυτά στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία. Η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε τους κατηγορουμένους Λ. Χ. και Γ. Κ. αθώους όλων των πράξεων, διαλαμβάνοντας τις αιτιολογίες ότι οι δύο παραπάνω κατηγορούμενοι είναι Κύπριοι επιχειρηματίες, ότι αυτοί με τον Π. Ψ. και τις εταιρείες του είχαν μόνον εμπορικές συνεργασίες και δεν μετείχαν των εγκληματικών επιδιώξεων και πράξεών του, ούτε προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Λ. Χ. υπήρξε, μέλος άτυπου 7μελούς συμβουλίου που συντόνιζε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Ομίλου Ψ., ότι, άλλωστε, αυτοί είχαν καλή οικονομική επιφάνεια και καλό εμπορικό όνομα στην Κύπρο και δεν θα διακινδύνευαν τη φήμη τους με παράνομες δοσοληψίες μετά του Π. Ψ.. Ακόμη αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, προέκυψε, πως οι χρηματοοικονομικές δοσοληψίες των δύο παραπάνω εταιρειών ήταν καθαρά εμπορικές και τα χρηματικά ποσά από την … προς την … δεν αποδείχθηκε ότι αφορούσαν κάποια παράνομη συνδιαλλαγή, αντίθετα στάλθηκαν για νόμιμη αιτία, ήτοι με εντολή για αγορά των αναφερομένων ακινήτων στη Ρουμανία, μόλις παρουσιαζόταν η επενδυτική αυτή ευκαιρία, οι δε αξίες των ακινήτων αυτών προέκυπταν από ανεξάρτητους εκτιμητικούς οίκους. ‘Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όμως, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες, σχετικά με τα αδικήματα που βαρύνουν τους παραπάνω κατηγορουμένους. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία να αποδεικνύεται η νόμιμη αιτία αποστολής των επίμαχων χρηματικών ποσών από την ασφαλιστική εταιρεία … Α.Α.Ε προς την εταιρεία … LTD καθώς επίσης δεν αιτιολογείται αν με τα χρήματα αυτά αγοράστηκαν, πότε και ποια ακίνητα στη Ρουμανία και, σε αρνητική περίπτωση, ουδόλως αιτιολογείται γιατί δεν επεστράφησαν τα χρήματα στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία. Περαιτέρω, σχετικά με την κατηγορία της ένταξης ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση, που βαρύνει όσους εκ των αναιρεσιβλήτων-κατηγορουμένων κατά τα παραπάνω αποδίδεται, η προσβαλλόμενη απόφαση αρκέστηκε στην όλως επιγραμματική και ελλιπή αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε εγκληματική οργάνωση, χωρίς να παραθέτει κατά τρόπο σαφή και πλήρη τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και με βάση τα οποία δεν πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων, ως προς το αδίκημα αυτό. Μετά από όλα τα προαναφερθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, ως προς όλες τις απαλλακτικές διατάξεις της για τους ως άνω αναιρεσιβλήτους – κατηγορουμένους. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ σχετικός, μοναδικός λόγος της με αριθμό 10/24.2.2022 έκθεσης αναίρεσης της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις απαλλακτικές διατάξεις της για τους ως άνω αναιρεσιβλήτους – κατηγορουμένους, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ τη με αριθμό ./24.2.2022 έκθεση αναίρεσης της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά της με αριθμό 1922/2017, 1180/2018, 4872/12.12.2018 απόφασης του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
ΑΝΑΙΡΕΙ την παραπάνω απόφαση, ως προς όλες τις απαλλακτικές διατάξεις της, σχετικά με τους αναιρεσίβλητους – κατηγορουμένους: 1) Μ. Τ. – Ψ., 2) Ό. Ψ. του Π., 3) Δ. Ψ. του Π., 4) Δ. Β. του Μ., 5) Β. Α. του Μ., 6) Α. Α. του Ν., 6) Β. Τ. του Α., 8) Δ. Ψ. του Γ. Κ., 9) Ι. Ζ. του Ν., 10) Π. Θ. του Α., 11) Α. Γ. του Ν., 12) Γ. Κ. του Π. και 13) Λ. Χ. του Α..
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο Α’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ