• Δικαστήριο: Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο 
  • Τόπος: Αθήνα
  • Αριθ. Απόφασης: 27
  • Έτος: 2019

ΠΕΡΙΛΗΨΗ Ποινικό Δίκαιο – Φορολογικό αδίκημα – Εικονικά παραστατικά – Τα επίδικα φορολογικά στοιχεία είναι πραγματικά, τα οποία κατά το χρόνο έκδοσης τους αφορούσαν υπαρκτή συναλλαγή, έστω και μεταξύ άλλων προσώπων σε σχέση με αυτά τα οποία ακολούθως τα χρησιμοποίησαν. Δεν εμπίπτουν, επομένως, σε καμιά από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στο νόμο περιπτώσεις εικονικότητας. Η από τρίτο πρόσωπο απόκτηση και περαιτέρω ενδεχόμενη χρήση φορολογικού παραστατικού, πραγματικού κατά την έκδοση του και απεικονιστικού κατά τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών υπαρκτής καθ’ όλα συναλλαγής, έστω και αν ο λήπτης δεν μετείχε στη συναλλαγή αυτή αλλά μετείχε ο εκδότης, δεν συνιστά αξιόποινη συμπεριφορά.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 27/2019

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

                  ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο που συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:

1. Ευάγγελο Χαριτάκη Αναθεωρητή Β’, Αντιπρόεδρο, ο οποίος αναπληρώνει τον Πρόεδρο και τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο που κωλύονται, σύμφωνα με το άρθρο 189 ΣΠΚ.

2. Στυλιανό Ευστρατίου, Αναθεωρητή Γ’, και

3. Ζώη Γόγολο, Αναθεωρητή Γ’, μέλη, τον Εισαγγελέα Θεόδωρο Παπακώστα, Αναθεωρητή Γ’ Αντεισαγγελέα, ο οποίος αναπληρώνει τον Εισαγγελέα και τον αρχαιότερο Αντεισαγγελέα που κωλύονται, κατ’ άρθρο 190 παρ. 1 ΣΠΚ και τον Γραμματέα Βασίλειο Κολιόπουλο, Λοχαγό (ΣΔΓ), συνεδρίασε δημόσια στην Αθήνα και στην αίθουσα που έχει καθοριστεί για τις συνεδριάσεις του, σήμερα την 5η του μήνα Φεβρουαρίου του έτους δύο χιλιάδες δεκαεννιά (2019) και ώρα 09:00′, για να δικάσει την υπ’ αριθ. εκθέσεως 26/14-06-2018 έφεση που άσκησε ο … κατά της υπ’ αριθ. 188/14-06-2018 αποφάσεως του Τριμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς με την οποία καταδικάστηκε για παρότρυνση διάπραξης πλημμελήματος, πράξη που τελέσθηκε στην Πάτρα, την 13-01-2017, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη.

Ο Πρόεδρος εκφώνησε το ονοματεπώνυμο του κατηγορούμενου, ο οποίος αφού εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ρωτήθηκε, από τον Πρόεδρο, για την ταυτότητά του γενικά, αποκρίθηκε ότι ονομάζεται ….. γεννήθηκε το ….. στο … και κατοικεί ομοίως, οδός …. Αριθ …., Υποπλοίαρχος Λ.Σ, Διοικητής του Λ. Τ Αιγίου με Α.Μ: … και δήλωσε ότι έχει διορίσει συνήγορο για την υπεράσπισή του τον παρόντα δικηγόρο Αθηνών ΓΟΥΒΕΤΑ Δημήτριο του Κλεάνθους (ΑΜ Δ.Σ.Α: 028125), o οποίος κατέθεσε το υπ’ αριθ. Π 1859087/05-02-2019 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Κατόπιν ο Πρόεδρος συνέστησε στον κατηγορούμενο να προσέχει την κατηγορία και την συζήτηση και τον πληροφόρησε επίσης, ότι έχει δικαίωμα να αντιτάξει στην κατηγορία πλήρη έκθεση των ισχυρισμών του, καθώς και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την έρευνα οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου.

Την ανωτέρω έφεση έφερε για συζήτηση ο Εισαγγελέας και πρότεινε όπως, αφού γίνει τυπικά δεκτή, από το Δικαστήριο, να εξετασθεί στην ουσία.

Ο συνήγορος υπεράσπισης, αφού έλαβε το λόγο, συντάχθηκε με την πρόταση του Εισαγγελέα.

Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε μυστικά, σύμφωνα με το νόμο, στην έδρα, με παρόντα το Γραμματέα, με απόφασή του που λήφθηκε παμψηφεί και  δημοσιεύθηκε αμέσως, σε δημόσια συνεδρίαση, δέχθηκε τυπικά την έφεση που έφερε για συζήτηση ο Εισαγγελέας και αποφάσισε να την εξετάσει στην ουσία.

O Πρόεδρος ανέγνωσε το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης, που περιέχει την κατηγορία.

Κατόπιν ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο, ανέπτυξε συνοπτικά την έφεση και δήλωσε ότι για την υποστήριξη της κατηγορίας κάλεσε το μάρτυρα, του οποίου το ονοματεπώνυμο αναγράφεται στο κάτω μέρος της κλήσεως που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο.

Μετά ο Πρόεδρος ζήτησε από τον κατηγορούμενο γενικές πληροφορίες για  την πράξη, για την οποία κατηγορείται και του υπενθύμισε ότι η απολογία του θα γίνει στο τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας.

Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι επιφυλάσσεται να εκθέσει τις απόψεις του κατά την απολογία του.

Στο σημείο αυτό ο συνήγορος υπεράσπισης, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο, υπέβαλε τους κάτωθι αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά και το περιεχόμενο των οποίων έχει ως εξής:

“ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

(για καταχώρηση στα πρακτικά κατ’ άρθρο 141 Κ.Π.Δ.)

……………………………………………..

       Αθήνα, 5 Φεβρουάριου 2019

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος»

Ο Εισαγγελέας αφού έλαβε το λόγο επιφυλάχθηκε να προτείνει επί των ανωτέρω προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών, στην πορεία της διαδικασίας, διότι πρόκειται για θέματα ουσίας και πρότεινε την πρόοδο της δίκης.

Ο συνήγορος υπεράσπισης, αφού έλαβε το λόγο, επέμεινε στους ως άνω προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Το Δικαστήριο αφού διασκέφθηκε μυστικά, σύμφωνα με το νόμο, στην έδρα, με παρόντα το Γραμματέα, επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί των ανωτέρω προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών, στην πορεία της διαδικασίας, διότι πρόκειται για θέματα ουσίας και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Στη συνέχεια ο Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο αν κλήτευσε μάρτυρες υπεράσπισης και αυτός απάντησε ότι κάλεσε την …, o δε συνήγορος υπεράσπισης ενεχείρισε στον Πρόεδρο σημείωμα με τα στοιχεία ταυτότητας της ανωτέρω μάρτυρος.

Στο σημείο αυτό ο συνήγορος υπεράσπισης, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο ενεχείρισε στον Πρόεδρο φωτοαντίγραφο του εξωφύλλου και των σελίδων 2038 και 2039 του βιβλίου «ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Ερμηνεία N. 4174/2013 υπό την Επιστημονική Διεύθυνση του Ιωάννη Φωτόπουλου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα Θεσσαλονίκη», φωτοαντίγραφο του εξωφύλλου και των σελίδων 638 και 639 του βιβλίου “ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ & ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ των Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και Ιωάννη Γιαννίδη, Ποινικά Χρονικά, εκδ Δίκαιο & Οικονομία Π.Ν Σάκκουλας και εκτυπώσεις της υπ’ αριθ. 913/2015 ΑΠ ‘(ΠΟΙΝ) απόφασης του Αρείου Πάγου και της υπ’ αριθ. 36637/2012 Απόφασης του Πλημμελειοδικείου Αθηνών από την Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL), έγγραφα τα οποία ο Πρόεδρος έθεσε στη δικογραφία.

Έπειτα o Πρόεδρος εκφώνησε το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα κατηγορίας ….. και της μάρτυρος υπερασπίσεως …, οι οποίοι ήσαν παρόντες.

Κατόπιν ο Πρόεδρος κάλεσε για εξέταση το μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος, αφού προσήλθε ενώπιον του δικαστηρίου, όταν ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο για την ταυτότητά του, απάντησε ότι ονομάζεται …. γεννήθηκε το …. στη …. και κατοικεί στο …., οδός … αριθ. …. Ανθυποπλοίαρχος Λ.Σ με ΑΜ: …, που υπηρετεί στο Κ.Λ …, γνωρίζει απλώς τον κατηγορούμενο και δεν είναι συγγενής του, αφού δε ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο εάν επιθυμεί να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο και απάντησε ότι επιθυμεί να δώσει θρησκευτικό όρκο, έθεσε το δεξί του χέρι επί του Ιερού Ευαγγελίου, ορκίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 218 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 213 παρ. 1 ΣΠΚ και αφού εξετάσθηκε σύμφωνα με το νόμο, κατέθεσε ότι:                                 

«………………………………………………….……………..».

Στο σημείο αυτό ο συνήγορος υπεράσπισης, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο ενεχείρισε στον Πρόεδρο απλά φωτοαντίγραφα (εξ’ ακριβών φωτοαντιγράφων) των υπ’ αριθ. 34/08-06-2005 και 98/29-04-2014 του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Προσωπικού Λ. Σ, τα οποία ο Πρόεδρος, αφού ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο, έθεσε στη δικογραφία. Έπειτα ο εξεταζόμενος μάρτυρας συνέχισε την κατάθεσή του ως εξής:

«…………………………………………………………….».

Σημειώνεται ότι ο παραπάνω μάρτυρας, αφού εξετάστηκε προφορικά, παρέμεινε στο ακροατήριο και ο Πρόεδρος μετά την εξέτασή του έδωσε το λόγο κατά σειρά στον Εισαγγελέα και στους Δικαστές και στον συνήγορο υπεράσπισης για να απευθύνουν ερωτήσεις, αν είχαν, προς αυτόν, καθώς και στον κατηγορούμενο, αν είχε κάτι να παρατηρήσει ή να υπενθυμίσει, ο δε μάρτυρας απάντησε όπως αναφέρεται παραπάνω.

Στη συνέχεια ο Πρόεδρος ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τις από 31-03-2017 εκθέσεις ένορκης εξέτασης των μη κλητευθέντων μαρτύρων … και …, την από 03-04-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης του μη κλητευθέντος μάρτυρος …, την από 04-04-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης του μη κλητευθέντος μάρτυρος …, την από 06-04-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης του μη κλητευθέντος μάρτυρος …, τις από 07-04-2017 εκθέσεις ένορκης εξέτασης των μη κλητευθέντων μαρτύρων …, …, … και …, την από 19-042017 έκθεση ένορκης εξέτασης της μη κλητευθείσας μάρτυρος …, την από 03-05-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης του μη κλητευθέντος μάρτυρος …, τις από 19-04-2017 εκθέσεις ένορκης εξέτασης των μη κλητευθέντων μαρτύρων … και …, τις από 20-04-2017 εκθέσεις ένορκης εξέτασης των μη κλητευθέντων μαρτύρων …, …, …, … και …, καθώς και την από 18-07-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης της μη κλητευθείσας μάρτυρος …, που ελήφθησαν στο πλαίσιο της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξετάσεως, το υπ’ αριθ. πρωτ. 1303.3-1/4689/03-03-2017 έγγραφο που εκδόθηκε από την ΥΕΥ/Τμ. 30 / ΥΝ&ΝΠ μετά της συνημμένης από 22-02-2017 ανάρτησης στον ιστότοπο «Λιμενικά Δρώμενα», το υπ’ αριθ. πρωτ. 94/22-06-2017 έγγραφο, που εκδόθηκε από την …, σε απλό φωτοαντίγραφο, μετά των συνημμένων εγγράφων, την από 16 05-2017 δήλωση παραίτησης του κατηγορουμένου, ακριβές φωτοαντίγραφο των υπ’ αριθ. 98/29-04-2014 και 34/08-06-2005 πρακτικών της συνεδρίασης του ΔΣ της …. , απλό φωτοαντίγραφο της υπ’ αριθ. 394/22-07-2005 γνωμοδότησης του ΝΣΚ, πίνακα αποζημιώσεων τηλεφώνων μελών ΔΣ …. μηνός Ιουνίου 2014, καθώς και αποδείξεις επιτυχούς εκτέλεσης των υπ’ αριθ. Κωδικού ……, ………, ..…, ……, ……, ………, ……, …….. συναλλαγών, που εκδόθηκαν από την Τράπεζα Πειραιώς, καθώς και το Αντίγραφο Φύλλου Μητρώου του κατηγορούμενου.

Στο σημείο αυτό ο συνήγορος υπεράσπισης, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο, ενεχείρισε στον Πρόεδρο την από 12-05-2017 (ανυπόγραφη) επιστολή του κατηγορούμενου προς το της … με θέμα “ΘΕΜΑΤΑ ΤΑΜΕΙΟΥ …”, καθώς και απλά φωτοαντίγραφα από έντυπα της … περί των εξόδων τηλεφώνου των παρακάτω μελών του Δ.Σ της … μετά των σχετικών αποδείξεων πληρωμής: του … για το Φεβρουάριο 2017 (δύο έντυπα), του … για το Φεβρουάριο 2017, του … για το Φεβρουάριο 2017, του … για το Φεβρουάριο 2017, του … για το Φεβρουάριο 2017, του … για το Φεβρουάριο 2017, του … για το Φεβρουάριο 2017, το … για το Φεβρουάριο – Μάρτιο 2017, του … για το Μάρτιο 2017 (δύο έντυπα), του … για το Μάρτιο 2017, του … για το Μάρτιο 2017, του … για το Μάρτιο 2017, του .. για το Μάρτιο 2017, του … το Μάρτιο 2017, του … για το Μάρτιο 2017 και της … για το Μάρτιο 2017, έγγραφα τα οποία ο Πρόεδρος, αφού ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο, έθεσε στη δικογραφία.

Κατόπιν ο Πρόεδρος, κάλεσε για εξέταση τη μάρτυρα υπερασπίσεως, η οποία, αφού προσήλθε ενώπιον του δικαστηρίου, όταν ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο για τα στοιχεία της ταυτότητά της, απάντησε ότι ονομάζεται …, γεννήθηκε το έτος … και κατοικεί στην …οδός .. αριθ. …, λογίστρια, γνωρίζει απλώς τον κατηγορούμενο και δεν είναι συγγενής του, αφού δε ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο εάν επιθυμεί να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο και απάντησε ότι επιθυμεί να δώσει θρησκευτικό όρκο, έθεσε το δεξί της χέρι επί του Ιερού Ευαγγελίου, ορκίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 218 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 213 παρ. 1 ΣΠΚ και αφού εξετάσθηκε σύμφωνα με το νόμο, κατέθεσε ότι:

«…………..……………………………………»

Σημειώνεται ότι η παραπάνω μάρτυρας, αφού εξετάσθηκε προφορικά, παρέμεινε στο ακροατήριο και ο Πρόεδρος μετά την εξέτασή της, έδωσε, κατά σειρά, το λόγο στον Εισαγγελέα, στους Δικαστές και στον κατηγορούμενο, για να της απευθύνουν, αν είχαν, ερωτήσεις. Η μάρτυρας απάντησε όπως αναφέρεται  παραπάνω. Επίσης, ο Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο αν είχε να παρατηρήσει ή να υπενθυμίσει κάτι και εκείνος απάντησε αρνητικά.

Έπειτα ο Πρόεδρος κάλεσε τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για την εις βάρος του κατηγορία, αυτός δε απολογήθηκε όπως κατωτέρω:

«……..………………………………………..».

Μετά την απολογία του κατηγορούμενου ο Πρόεδρος του υπέβαλε ερωτήσεις και κατόπιν έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα και στους Δικαστές, για να απευθύνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο ή να ζητήσουν διευκρινίσεις. Ο κατηγορούμενος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία του.

Στη συνέχεια ο Πρόεδρος ρώτησε όλους τους ανωτέρω και τον κατηγορούμενο μετά του συνηγόρου του, αν έχουν ανάγκη για κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση και, αφού έλαβε αρνητική απάντηση, κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα και στο συνήγορο υπεράσπισης για να αγορεύσουν.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο και ανέπτυξε την κατηγορία πρότεινε όπως κηρυχθεί ο κατηγορούμενος αθώος ελλείψει πράξεως.   

Ο συνήγορος υπεράσπισης, αφού έλαβε το λόγο και ανέπτυξε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ζήτησε να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος ελλείψει πράξεως, άλλως ελλείψει δόλου, άλλως ατιμώρητος κατ’ εφαρμογή της διάταξης του αρ. 186 παρ. 4 ΠΚ.

Ο κατηγορούμενος, όταν τον ρώτησε ο Πρόεδρος αν έχει να προσθέσει κάτι για την υπεράσπισή του, απάντησε αρνητικά.

Κατόπιν ο Πρόεδρος κήρυξε το τέλος της συζητήσεως.

Το Δικαστήριο αποσύρθηκε σε μυστική διάσκεψη στην αίθουσα των διασκέψεων με παρόντα το Γραμματέα και αφού διασκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο κατάρτισε την απόφασή του. Έπειτα οι Δικαστές επέστρεψαν στο ακροατήριο και πήραν τις θέσεις τους, καθώς και ο Εισαγγελέας, ο Γραμματέας, o κατηγορούμενος και ο συνήγορός του, ο δε Πρόεδρος δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίαση την παραπάνω απόφαση, που είναι η εξής:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 186 παρ.2 εδ. α’ ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 του Ν. 3346/2005 (Α 140/17.6.2005) «Όποιος προκαλεί ή παροτρύνει με οποιονδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει ορισμένο πλημμέλημα, καθώς και όποιος προσφέρεται γι’ αυτό και όποιος αποδέχεται τέτοια πρόκληση ή προσφορά, τιμωρείται με την ποινή που προβλέπεται για το σχεδιαζόμενο πλημμέλημα ελαττωμένη κατά το άρθρο 83». Η παραπάνω διάταξη αποτελεί αναγωγή απόπειρας ηθικής αυτουργίας σε ιδιώνυμο αυτοτελές έγκλημα. Πρόκειται δηλαδή για ειδικά τυποποιημένη μορφή ηθικής αυτουργίας και σκοπούμενης φυσικής αυτουργίας ή απόπειρας συνέργειας, που έχει αναχθεί σε ιδιώνυμο έγκλημα, όταν δεν υπήρξε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης και συνιστά μη τιμωρητή πρότερη πράξη έναντι της πράξης της ηθικής αυτουργίας ή της αυτουργίας,  η οποία έπεται χρονικά (της πρόκλησης, παρότρυνσης, προσφοράς ή αποδοχής) και τελείται αυτοτελώς από τον ίδιο δράστη. Για τη στοιχειοθέτηση του υπό της ανωτέρω διατάξεως προβλεπομένου ιδιωνύμου, και υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος απαιτείται η, με οποιονδήποτε τρόπο, πρόκληση ή παρότρυνση κάποιου να διαπράξει ένα πλημμέλημα. Είναι προφανές ότι με την ανωτέρω διάταξη καλύπτονται κατ’ ουσίαν οι περιπτώσεις της απόπειρας ηθικής αυτουργίας, οι οποίες δεν τιμωρούνται με τις γενικές περί συμμετοχής διατάξεις. Η πρόκληση μπορεί να γίνει με τη μορφή της πειθούς, της υπόσχεσης, της απειλής κλπ, ενώ η παρότρυνση μπορεί να γίνει με τη μορφή της προτροπής, της ενθάρρυνσης, της συμβουλής κλπ.. Πρέπει  δε αυτές να απευθύνονται είτε σε συγκεκριμένο πρόσωπο (αποδέκτη) είτε σε πλειονότητα προσώπων, που να είναι ατομικά προσδιορίσιμα και ένα τουλάχιστον από αυτά να μπορεί αντικειμενικά να τελέσει την αξιόποινη πράξη, η οποία πρέπει να συγκεκριμενοποιείται σε βαθμό που να μπορεί να τελεστεί από τον αποδέκτη ή τους αποδέκτες της πρόκλησης ή της παρότρυνσης και να προσδιορίζεται το υλικό αντικείμενό της, που εξατομικεύει και το αντίστοιχο έννομο αγαθό. Η πρόκληση και η παρότρυνση πρέπει να κατευθύνονται σπουδαίως (και όχι μόνο φαινομενικά) στην τέλεση πλημμεληματικής πράξης και προϋποθέτουν αντίστοιχη σοβαρή βούληση του δράστη, ο οποίος πρέπει να υπολογίζει συνειδητά ότι ο τρίτος θα τελέσει ή μπορεί να τελέσει τη σχετική πράξη. Ο δόλος δηλαδή περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση της πρόκλησης ή της παρότρυνσης, τη γνώση ότι η πράξη, προς την οποία αυτές κατευθύνονται, έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα και τον συνειδητό υπολογισμό του δράστη ότι ο αποδέκτης (προκαλούμενος) θα τελέσει την πράξη (βλ. ΑΠ 913/2015 και ΑΠ 1077/2016, Τ,Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα όταν η πρόκληση ή η παρότρυνση αφορά πράξη που δεν είναι άδικη (ΣυμβΕφΘεσ 295/1996 Υπερ 1996.1015).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ.5 του Ν.4174/2Ο13 (Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας) όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν.4337/2Ο15 «Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο». Υλικό αντικείμενο και κεντρικό στοιχείο του εγκλήματος αυτού είναι το  εικονικό φορολογικό στοιχείο και η ποινική αξιολόγηση θα πρέπει να γίνει με βάση τη διάκριση των αντιδιαστελλόμενων εννοιών πραγματικό και εικονικό. Στο εδ. στ της ίδιας διάταξης, o ίδιος ο νόμος ορίζει πότε ένα φορολογικό στοιχείο είναι εικονικό. Η περιγραφή των περιπτώσεων εικονικότητας στο νόμο δεν είναι ενδεικτική, αλλά αποκλειστική και περιοριστική (Δημήτραινας, Εγκλήματα φοροδιαφυγής, Νομική Βιβλιοθήκη 2011, σελ. 132). Έτσι, εικονικό είναι ένα φορολογικό στοιχείο όταν: α) εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος της, β) εκδίδεται για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα αναγραφόμενα στο φορολογικό στοιχείο μέρη είναι άγνωστο φορολογικά πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει έναρξη επιτηδεύματος και δεν έχει θεωρήσει στοιχεία στη φορολογική αρχή, γ) εμφανίζεται ότι εκδόθηκε ή λήφθηκε από εικονικό νομικό πρόσωπο (περίπτωση νομικού προσώπου με μόνη υποδομή της σφραγίδα του χωρίς πραγματική δραστηριότητα) και δ) εμφανίζεται ότι εκδόθηκε ή λήφθηκε από φυσικό πρόσωπο παντελώς αμέτοχο με τη συναλλαγή και ελλείπει η οποιαδήποτε επαφή του προσώπου αυτού με το φορολογικό στοιχείο («αχυράνθρωπος» που δεν έχει καμιά ουσιαστική σχέση με την επιχείρηση ή το επιτήδευμα), οπότε στις δύο τελευταίες περιπτώσεις (γ. και δ) ποινικά υπεύθυνος είναι ο υποκρυπτόμενος τρίτος (Δημήτραινας ό.π. σελ. 162 υποσ. 1 11, σελ. 173). Ανύπαρκτη συναλλαγή είναι αυτή που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ στον εξωτερικό κόσμο, δηλαδή η συνολικά ανύπαρκτη συναλλαγή προϋποθέτει τη συμφωνία των δύο μερών να εκδώσει το ένα μέρος και να αποδεχθεί το άλλο φορολογικά στοιχεία με ψευδές περιεχόμενο (Δημήτραινας ό.π. σελ. 135). Ως τρόπος τέλεσης, η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων προϋποθέτει αναγκαία την προηγούμενη τέλεση της πράξης έκδοσης εικονικού φορολογικού στοιχείου και συμφωνία του λήπτη με τον εκδότη αυτός πρώτα να εκδώσει εικονικό φορολογικό στοιχείο και στη συνέχεια ο άλλος να αποκτήσει το εικονικό φορολογικό στοιχείο (Δημήτραινας ό.π. σελ. 124 200). Στην περίπτωση κατά την οποία καταχωρούνται στα βιβλία άλλου προσώπου τα φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγή μεταξύ άλλων προσώπων, πρόκειται για υπαρκτή συναλλαγή και τα φορολογικά στοιχεία είναι πραγματικά, αφού ελλείπει το στοιχείο της ανύπαρκτης συναλλαγής (βλ. Γνωμοδότηση 394/2005 ΝΣΚ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την όλη αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των μαρτυρικών καταθέσεων που δόθηκαν στην προδικασία και των ουσιωδών εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ο οποίος υπηρετούσε στο ΚΛ … ως  Ανθυποπλοίαρχος ΛΣ, την 29-11-2016 είχε εκλεγεί στη θέση του Ταμία της Πανελλήνιας … (…). Η … αποτελεί δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο και η νομική της μορφή είναι αυτή του ΝΠΙΔ, διοικείται δε από 19μελές ΔΣ που εκλέγεται από το Συνέδριο με 3ετή θητεία. Ο Ταμίας ενεργεί τις εισπράξεις και τις πληρωμές και τηρεί τα οικονομικά βιβλία (άρθρο 26 Καταστατικού). Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, η λογίστρια της … …, είπε στον κατηγορούμενο ότι η μέχρι τότε πρακτική να καταβάλλονται στα μέλη του ΔΣ χρήματα κατ’ αποκοπή για έξοδα  κινητής τηλεφωνίας, δεν ήταν νόμιμη και του ζήτησε στο εξής να προσκομίζονται αντίστοιχα νόμιμα παραστατικά ταμειακών αποδείξεων ή λογαριασμοί κινητής τηλεφωνίας ή χρόνου καρτοκινητής. Ο κατηγορούμενος, την 13-1-2017, από την Πάτρα όπου υπηρετούσε ως Ανθυποπλοίαρχος ΛΣ απέστειλε στα μέλη του ΔΣ, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο οποίο έγραψε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Μετά από συνάντησή μου με την λογίστρια της … που παρακολουθεί το ταμείο μας από το επόμενο Διοικητικό Συμβούλιο που θα πραγματοποιηθεί στο τέλος του μήνα περίπου θα εφαρμοστούν τα εξής: 9) Από το μήνα Φεβρουάριο το ποσό των 45 ευρώ για τα τηλέφωνα του κάθε μέλους του ΔΣ και 70 ευρώ για τον πρόεδρο του ΔΣ προκειμένου να καταβληθούν θα πρέπει να μου υποβάλλεται απλές αποδείξεις λιανικής πώλησης ταμειακής μηχανής για αγορά τηλεφωνικών καρτών (εικονικά δεν χρειάζεται να αγοράζεται εκτός εάν κάνετε χρήση) στο ανωτέρω  συνολικό ποσό που σας αναλογεί. Είναι μια μικρή εξυπηρέτηση που οποιοδήποτε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας μπορεί να σας το κάνει». Πράγματι από τον Φεβρουάριο του 2017, τα μέλη του ΔΣ πληρώθηκαν μόνο εφόσον είχαν προσκομίσει αποδείξεις ταμειακής μηχανής για αγορά κάρτας και μόνο για όσο ποσό (μέχρι των 45 ευρώ) αυτές κάλυπταν.

Υπάγοντας τα πραγματικά περιστατικά όπως έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο στους παραπάνω νομικούς κανόνες, εξάγονται τα εξής συμπεράσματα:

Από το κείμενο της ηλεκτρονικής επιστολής e–mail, παρά την κακή διατύπωση, δεν προκύπτει πως ο κατηγορούμενος παρότρυνε κάποιον στην λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αντίθετα, είναι προφανές πως αναφέρεται σε αποδείξεις ταμειακής μηχανής που πράγματι είχαν εκδοθεί από τα καταστήματα για υπαρκτές συναλλαγές με πελάτες τους, καθώς είναι συνηθισμένο φαινόμενο πολλές φορές οι καταναλωτές κατά την αποχώρησή τους να μην παίρνουν μαζί τους την απόδειξη, ειδικά όταν πρόκειται για μικροποσά. Οι αποδείξεις αυτές δεν είναι ονομαστικές και αναφέρουν μόνο το όνομα του εκδότη επιτηδευματία ή επιχείρησης. Όπως είναι ευνόητο, πρόκειται για πραγματικά φορολογικά στοιχεία, τα οποία κατά το χρόνο έκδοσης τους αφορούσαν υπαρκτή συναλλαγή, έστω και μεταξύ άλλων προσώπων. Δεν εμπίπτουν, επομένως, σε καμιά από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στο νόμο περιπτώσεις εικονικότητας. Ο κατηγορούμενος με το ηλεκτρονικό του μήνυμα δεν παρότρυνε τα μέλη του ΔΣ να προβούν σε συμφωνία με τον καταστηματάρχη του καταστήματος κινητής τηλεφωνίας ώστε εκείνος να εκδώσει εικονικά φορολογικά στοιχεία για να χρησιμοποιηθούν από αυτά, η ατυχής λέξη «εικονικά» που χρησιμοποιήθηκε από αυτόν συσχετιζόμενη με το λοιπό κείμενο  παραπέμπει σε παρότρυνση να γίνουν τα μέλη «εικονικοί» αγοραστές των καρτών ενώ οι πραγματικοί είναι κάποιοι άλλοι. Η από τρίτο όμως πρόσωπο απόκτηση και περαιτέρω ενδεχόμενη χρήση φορολογικού παραστατικού, πραγματικού κατά την έκδοση του και απεικονιστικού κατά τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών υπαρκτής καθ’ όλα συναλλαγής, έστω και αν ο λήπτης δεν μετείχε στη συναλλαγή αυτή αλλά μετείχε ο εκδότης, δεν συνιστά αξιόποινη συμπεριφορά.

Επομένως, μη συντρέχοντος του στοιχείου της εικονικότητας των αποδείξεων ταμειακών μηχανών, δεν συντρέχει «υποκείμενο» αδίκημα αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνεπώς δεν υφίσταται εκ μέρους του κατηγορουμένου  πράξη παρότρυνσης σε τέλεση πλημμελήματος, καθόσον δεν στοιχειοθετείται πλημμέλημα. Κατόπιν αυτών κατά την ομόφωνη κρίση των μελών του Δικαστηρίου πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της παρότρυνσης διάπραξης πλημμελήματος, πράξη που φέρεται ότι τελέστηκε την 13-01-2017, στην Πάτρα, ελλείψει των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντα τον παραπάνω κατηγορούμενο,

Κηρύσσει αυτόν, παμψηφεί, αθώο παρότρυνσης διάπραξης πλημμελήματος, πράξης που φέρεται ότι τελέστηκε στην Πάτρα, την 13-01-2017, ελλείψει πράξεως (συγκεκριμένα ελλείψει του στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης “πλημμέλημα”) και ειδικότερα αθώο του ότι ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Ανθυποπλοίαρχος ΛΣ και υπηρετούσε στο ΚΛ Πάτρας, στην Πάτρα Αχαΐας, την 13-01-2017, παρότρυνε με γραπτό λόγο άλλους να διαπράξουν ορισμένο πλημμέλημα και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ως έχων την’ ιδιότητα του Ταμία της … (…) απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή («email») στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) της …, διά της οποίας παρότρυνε τα μέλη με το γραπτό λόγο του να αποδεχθούν εικονικά φορολογικά στοιχεία (παραστατικά ταμειακών αποδείξεων) από καταστήματα κινητής τηλεφωνίας, προκειμένου να καταβάλλεται σε αυτά (τα μέλη) μηνιαία χρηματική αποζημίωση ύψους σαράντα πέντε ευρώ για τις τηλεφωνικές επικοινωνίες, που πραγματοποιούν στο πλαίσιο της συνδικαλιστικής τους δράσης, πράξη η οποία αποτελεί (φορολογικό) πλημμέλημα σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 5 εδ. α’ του N. 4337/2015.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ