ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης: 1470/2024
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς
Τακτική διαδικασία
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Παπαδέα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιώς (δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου 1490/ 28.03.2023 Πράξης του) και τη Γραμματέα Σεβαστή Ανδριανίδου.
Συνεδρίασε δημόσια και στο ακροατήριο του, στις 29 Μαρτίου 2023, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος: … του …, κατοίκου …, οδός …, αριθμός .., διατηρούντος Α.Φ.Μ. : …, Δ.Ο.Υ. …, που κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις κατ’ άρθρο 237 παρ. 1εδ. α’ του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015 με έναρξη ισχύος από 01.01.2016 άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ/ 4 του Ν. 4345/2015 και ήδη από το άρθρο 12 του Ν.4842/2021) δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Βασιλείου Κοντού (Α.Μ. 31034/Δ.Σ.Α), δυνάμει της από 04.11.2022 εξουσιοδότησης, φέρουσας θεώρησης του γνήσιου της υπογραφής, που προκατάβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ.1,2 και 4 του Ν.4194/2013 δυνάμει του υπ’ αριθ. Α478323?2022 γραμματίου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ. Πειραιώς ενώ κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των εναγόμενων: (1) … του …, κατοίκου …, οδός …, αριθμός …, διατηρούντος Α.Φ.Μ.: …, Δ.Ο.Υ. … (2) … του …, κατοίκου …, οδός …, αριθμός …, διατηρούντος Α.Φ.Μ.: …, Δ.Ο.Υ. …, που αμφότεροι κατέθεσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις κατ’ άρθρο 237 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015 με έναρξη ισχύος από 01.01.2016 άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του Ν. 4335/2015 και ήδη από το άρθρο 12 του Ν. 4842/2021) δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου ΓΟΥΒΕΤΑ (Α.Μ. 28125/Δ.Σ.Α) [ΔΕ ΓΟΥΒΕΤΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Μ. 80740/Δ.Σ.Α], δυνάμει του από 08.11.2022 δικαστικού πληρεξουσίου, φέροντος θεώρησης του γνησίου της υπογραφής, που προκατάβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1, 2 και 4 του Ν. 4194/2013 δυνάμει του υπ’ αριθ. 1478499/2022 γραμματίου προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ. Πειραιώς ενώ κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 30.05.2022 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 10.06.2022, έλαβε γενικό/ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 5284/ 2630/ 10.06. 2022, επιδόθηκε στους εναγόμενους, στις 14.06.2022, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως με αριθμούς 6357/ 14.06.2022 και 001675 /14.06.2022 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νίκης ΤΣΑΝΑ και Νικολάου ΓΚΩΝΗ, αντίστοιχα και προσδιορίστηκε, μετά το πέρας των νόμιμων προθεσμιών (άρθρα 237, 238 ΚΠολΔ), προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, δυνάμει της από 16.02.2023 και από 29.03.2023 Πράξης Ορισμού Δικαστή και Συζήτησης από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιώς στο πινάκιο της οποίας και ενεγράφη υπό τον αριθμό 6, οπότε και εκφωνήθηκε προσηκόντως από αυτό.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο και κατά τη συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, εντούτοις, ως ανωτέρω εκτέθηκε, κατέθεσαν εμπρόθεσμα, για λογαριασμό του μεν ενάγοντος, στις 08.11.2022 για λογαριασμό των εναγόμενων στις 09.11.2012 έγγραφες προτάσεις και προσθήκη αντίκρουση στις 24.11.2022 για αμφοτέρους (άρθρα 115 παρ. 2, 237 ΚΠολΔ). Συνεπώς, χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης και χωρίς τη φυσική παρουσία των διαδίκων ή και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους (άρθρα 237 παρ. 6 και 115 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ NOMO
Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι τυγχάνει Αντιπλοίαρχος Λ.Σ.- ΕΛ. ΑΚΤ. και ότι υπηρετεί στην Διεύθυνση Προσωπικού/ Τμήμα Α’ στο ΥΝΑΝΠ/ Α.ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. Ότι οι εναγόμενοι (α) δια των από 12.03.2020 επιστολών- καταγγελιών τους, τις οποίες απηύθυναν προς τους αναφερόμενους στην αγωγή αποδέκτες, (β) δια των από 17.03.2020 υπηρεσιακών ατομικών τους αναφορών καθώς και (γ) δια των ενόρκων καταθέσεων τους κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος του ιδίου και κατά την εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας περί παραβίασης των μέτρων για την πρόληψη ασθενειών κατά συρροή ενώπιον του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς ανέφεραν και κατέθεσαν τα συκοφαντικά και ψευδή γεγονότα, όπως το περιεχόμενο αυτών εκτίθεται αυτούσιο στην αγωγή τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών προκειμένου να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ως ατόμου και ως επαγγελματία αξιωματικού του Λιμενικού Σώματος. Ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και ότι έλαβαν γνώση αυτών τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, τα στελέχη του Λιμενικού Σώματος, οι συνάδελφοι του, ο Εισαγγελέας και οι Δικαστές του Ναυτοδικείου Πειραιώς. Ότι ο ίδιος έχει κηρυχθεί αθώος με την με αριθμό 116/2021 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς για την αποδιδόμενη σε αυτόν ως άνω κατηγορία της παραβίασης των μέτρων για την πρόληψη ασθενειών κατά συρροή. Ότι οι εναγόμενοι με την προ περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, που αναλυτικά περιγράφεται στην αγωγή, προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του με αδικοπρακτική συμπεριφορά που συνίσταται στην διάπραξη των αδικημάτων της συκοφαντικής δυσφήμισης, της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδούς καταμήνυσης. Επικαλούμενος τα ανωτέρω ζητεί, μετά από νόμιμο και παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, στον οποίο [περιορισμό] παραδεκτά προέβη με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που συμπεριλήφθηκε στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, (άρθρο 223 εδ. β’ σε συνδυασμό με τα άρθρα 294 εδ. α’, 295 παρ. 1 εδ. β’ και 297 ΚΠολΔ, ως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015) και που ισοδυναμεί με μερική παραίτηση να αναγνωρισθεί η υποχρέωση εκάστου από τους εναγόμενους να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που αυτός έχει υποστεί εξαιτίας των ανωτέρω γεγονότων, άπαντα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και τέλος να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην εν γένει δικαστική του δαπάνη. Υπό το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται προκειμένου να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που παρίσταται καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 1, 7, 8, 9, 10, 14 παρ.2,, 22, 35, 37, 42 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τη (νέα) τακτική διαδικασία καθόσον έχει τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 237 ΚΠολΔ, ήτοι, (i) η αγωγή έχει επιδοθεί εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 215 παρ.2 ΚΠολΔ, ως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, (ii) έχουν κατατεθεί εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με αυτές οι διάδικοι, όπου συνυποβάλλονται και τα απαιτούμενα πληρεξούσια έγγραφα προς τους υπογράφοντες αυτές δικηγόρους, όπως επίσης κατατέθηκε εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 237 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προσθήκη – αντίκρουση, από τους διαδίκους προς αντίκρουση των ισχυρισμών τους εκατέρωθεν. Σημειώνεται ότι η υπό κρίση αγωγή ως εκ του ύψους του αιτούμενου χρηματικού ποσού δεν καταλαμβάνεται από την τήρηση της υποχρεωτικής προσφυγής σε αρχική συνεδρία (Υ.Α.Σ.) (άρθρα 6 παρ. 1, 7 Ν. 4640/ 2019). Παρίσταται ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα, κατά τα άρθρα 111 και 216 ΚΠολΔ, στοιχεία που θεμελιώνουν την αγωγική αξίωση του ενάγοντος σε βάρος των εναγόμενων και τυγχάνει νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57,59, 297, 299, 345, 346, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, 224, 225, 229, 361, 362, 363, 369 ΠΚ, 176 επ. ΚΠολΔ (για το ότι παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψή του με εξυβριστικές δηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ όπως επίσης και δια του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδούς κατάθεσης βλ. ενδεικτικά ΑΠ 753/2020, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015, ΑΠ 1750/2014, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 121/2012, ΕφΠειρ 71/2024, ΕφΠατρ 326/2002, ΕφΔωδ 50/2015, όλες δημ. στην Η.Τ.Ν.Π. – ΝΟΜΟΣ). Μη νόμιμο παρίσταται το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, διότι μετά την τροπή του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, το εν λόγω αίτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι προϋποθέτει απόφαση που προβαίνει σε καταψήφιση και δεν συμβιβάζεται με απόφαση, που αναγνωρίζει απλά την ύπαρξη δικαιώματος, η ενέργεια της οποίας εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν και ένεκα του αναγνωριστικού χαρακτήρα της δεν χωρεί ως προς αυτή εκτέλεση (βλ. ΕφΑθ 628/2003, ΕλλΔνη 2004.1470, ΜΠΛαρ 440/ 2004, Δικογραφία 2005.145, Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία – Νομολογία ΚΠολΔ, Τόμος Α, άρθρο 70, αριθ. 118, σελ. 466). Πρέπει συνεπώς, κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα δίχως να απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου δεδομένου ότι ο ενάγων απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αυτού κατ’ άρθρο 42 παρ.2 Ν. 4640/ 2019 μετά την ως άνω γενόμενη τροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.
Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο, συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 του ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, δηλαδή προκαλεί αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του παθόντος, είτε περιφρόνηση γι’ αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή του άλλου. Επίσης, το έγκλημα της δυσφήμησης διαπράττει όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη, είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Επίσης, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν αυτά σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό (βλ. ΑΠ 841/2019, ΑΠ 1264/2016, αμφ. δημ. στην Η.Τ.Ν.Π.- ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 611/2015, ΠοινΔνη 2016.583). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. α’ – δ’ του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα ως άνω άρση του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λπ.) και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι σχετικές κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 του ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Ειδικότερα, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, στην περίπτωση που δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ. 1 ΠΚ), είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 του ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, δηλαδή από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου. Τέλος, τα τελευταία περιστατικά περί του σκοπού εξύβρισης προτείνονται κατ’ αντένσταση από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγόμενου, η οποία στηρίζεται στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ (βλ. ΑΠ 611/2019, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 521/2018, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 1264/2016, ΑΠ 134/2016, ΕφΠειρ 162/2020, όλες δημ. στην Η.Τ.Ν.Π. – ΝΟΜΟΣ). Από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα (δια των νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθειμένων προτάσεών του) ένορκες βεβαιώσεις του … του … και του … του …, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών …, για τις οποίες συντάχθηκαν οι με αριθμούς 16.512/2022 και 16.513/2022 πράξεις της, αντίστοιχα, που ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του (εναγόμενων), (κατ’ άρθρο 422 ΚΠολ) (βλ. σχετικά τις υπ’ αριθμόν 002391/2022 και 002392/2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών … σε συνδυασμό με την από 17.10.2022 κλήση – γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων), από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τους εναγόμενους (δια των νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθειμένων προτάσεών τους) ένορκες βεβαιώσεις του … του …, … του … και … του …, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών…, για τις οποίες συντάχθηκαν οι με αριθμούς 347/2022 348/2022 και 349/2022 πράξεις της αντίστοιχα, που ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου τους (ενάγοντος), (κατ’ άρθρο 422 ΚΠολΔ) (βλ. σχετικά την υπ’ αριθμόν 6462ΣΤ ́/2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών … σε συνδυασμό με την από 11.10.2022 κλήση -γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων) από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις τους, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως στην προκείμενη δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1656/2017, ΑΠ 1396/2015, ΕφΠειρ 71/2024, όλες δημ. στην Η.Τ.Ν.Π. -ΝΟΜΟΣ), από τις αναφερόμενες στις προτάσεις των διαδίκων δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ. περί αυτού ΑΠ 365/ 2019, ΑΠ 179/1991, αμφ. δημ. στην Η.Τ.Ν.Π. -ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 6/1991, Δίκη 1993. 288, ΕφΠατρ 372/ 2021, δημ. στην Η.Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται ανεξαιρέτως για το σχηματισμό δικανικής κρίσης (ΑΠ 1628/ 2003, ΕλλΔνη 2004.723) και τέλος από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, κατά τον επίμαχο χρόνο έφερε το βαθμό του Πλωτάρχη Λ.Σ. (αριθμός μητρώου Α.Μ. …) και υπηρετούσε στο Α.Λ.Σ./ΕΛ.ΑΚΤ/ στο ΥΝΑΝΠ. Από 21.02.2020 έως 25.02.2020 το Γραφείο Θρησκευτικού Τουρισμού Λ.Σ-ΕΛ.ΑΚΤ. πραγματοποίησε προσκυνηματική εκδρομή στους Αγίου Τόπους, στην οποία συμμετείχαν στελέχη του Λ.Σ. -ΕΛ.ΑΚΤ, καθώς και πολιτικοί υπάλληλοι του ΥΝΑΝΠ. Μεταξύ των συμμετεχόντων στην εν λόγω εκδρομή ήταν και ο ενάγων. Κατά τον χρόνο επιστροφής τους στην Ελλάδα το Ισραήλ δεν είχε χαρακτηρισθεί ακόμα ως χώρα με κρούσματα του κορονοϊού COVID-19. Ως εκ τούτου, τα στελέχη του ΥΝΑΝΠ και του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., που συμμετείχαν στην εκδρομή αυτή προσήλθαν στην υπηρεσία τους για εργασία. Το Ισραήλ ορίσθηκε ως χώρα μετάδοσης του ως άνω ιού COVID-19 στις 05.03.2020 μετά την ανακοίνωση από το Υπουργείο Υγείας κρούσματος, που είχε επιστρέψει από εκεί. Κατόπιν της ανακοίνωσης αυτής τα στελέχη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. καθώς και οι πολιτικοί υπάλληλοι που είχαν συμμετάσχει στην ως άνω εκδρομή, τέθηκαν από την Υπηρεσία Υγειονομικού εκτός υπηρεσίας για το χρονικό διάστημα από 06.03.2020 έως και 13.03.2020 με αυτόματη καταχώρηση στο Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού Προσωπικού (ΣΔΑΠ) ειδικής αναρρωτικής άδειας κατόπιν διαταγής της στρατιωτικής ηγεσίας. Πρωινές ώρες της 6ης Μαρτίου 2020 ο ενάγων ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά, από στέλεχος της Υγειονομικής Υπηρεσίας Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., όπως και η πλειοψηφία των στελεχών για την ύπαρξη της ως άνω διαταγής και για την χορήγηση της εν λόγω ειδικής αναρρωτικής άδειας. Μετά το τηλεφώνημα και με δεδομένο ότι ο ενάγων είχε ήδη μεταβεί στην Υπηρεσία του για να εργαστεί, ενημέρωσε τους προϊσταμένους του για την άδεια του και για εκκρεμότητες που υπήρχαν και έπρεπε να διεκπεραιωθούν. Όταν ο ενάγων ολοκλήρωσε την ενημέρωση των προϊσταμένων του για τα ανωτέρω, μίλησε τηλεφωνικά με τον Αρχίατρο Λ.Σ. ο οποίος του είπε να μεταβεί σε κάποιο από τα ορισμένα νοσηλευτικά ιδρύματα αναφοράς για την εξέταση του κορονοϊού και ειδικά στο «ΣΩΤΗΡΙΑ» καθώς εμφάνιζε ήπιο βήχα. Άμεσα πήγε στο Νοσοκομείο «ΣΩΤΗΡΙΑ» όπου δήλωσε ότι με εντολή του Αρχιάτρου Λ.Σ. προσήλθε να κάνει το τεστ για τον κορονοϊό και λόγω του ότι το εν λόγω νοσοκομείο δεν εφημέρευε, τον παρέπεμψαν στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Πράγματι μετέβη στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» όπου αφού εξήγησε λεπτομερώς στον υπεύθυνο γιατρό, το ιστορικό του ταξιδιού, ενημερώθηκε ότι η εν λόγω εξέταση γίνεται μόνο σε άτομα με έντονα συμπτώματα και του είπε να αποχωρίσει. Έκτοτε ο ενάγων παρέμεινε σε κατ’ οίκον περιορισμό σύμφωνα με τις οδηγίες της Υγειονομικής Υπηρεσίας έως τις 12.03.2020, οπότε και επέστρεψε στην υπηρεσία του (η ειδική αναρρωτική άδεια έληγε στις 13.03.2020, σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπηρεσιακή διαταγή). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι μετέβη στην Υπηρεσία του την ως άνω ημερομηνία έχοντας προηγουμένως επικοινωνήσει με τον Τμηματάρχη του …, προς υποβοήθηση και στήριξη του Τμήματος (το οποίο ήταν υποστελεχωμένο εκ διαφόρων αιτιών) και έχοντας υπόψη του τις οδηγίες του ΕΟΔΥ περί παρέλευσης δεκατεσσάρων (14) ημερών από την επιστροφή του από το εν λόγω ταξίδι και την απουσία εμφάνισης συμπτωμάτων, γεγονός για το οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι στις 12.03.2020 δέχθηκαν τηλεφωνικές καταγγελίες από στελέχη της Υπηρεσίας σύμφωνα με τις οποίες ο ενάγων προσήλθε στην Υπηρεσία και δη ότι ευρισκόταν στο κτίριο του Υπουργείου χωρίς να έχει παρέλθει η ειδική αναρρωτική άδεια του και εκφράσθηκαν φόβοι για την υγεία των καταγγελλόντων. Κατόπιν των ανωτέρων καταγγελιών οι εναγόμενοι μετέβησαν στον 2ο όροφο του κτιρίου του ΥΝΑΝΠ όπου και διαπίστωσαν την φυσική παρουσία του ενάγοντος. Σημειώνεται ότι ο πρώτος εναγόμενος τυγχάνει Σημαιοφόρος του Λ.Σ. και έχει διατελέσει από το έτος 2001 και στο εξής Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Γενικός Γραμματέας και Μέλος του Δ.Σ. της …. ….. ….. και ….και ότι ο δεύτερος εναγόμενος τυγχάνει Ανθυπασπιστής του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. καθώς και ότι έχει αναλάβει καθήκοντα στην …. …. …. …. ….και …. ως Αντιπρόεδρος και Μέλος του Δ.Σ. ενώ από το έτος 2016 διατελεί χρέη αντιπροσώπου στην….. . Η παρουσία του ενάγοντος στους χώρους της Υπηρεσίας (δεδομένου και του ότι η νόσος του COVID-19 ευρισκόταν στην αρχή της εμφάνισης της και συνεχώς εκδίδονταν γενικά προληπτικά μέτρα και επικαιροποιημένες οδηγίες για την αποφυγή διασποράς του εν λόγω ιού και στους χώρους εργασίας) προκάλεσε έντονη ανησυχία και προβληματισμό στους συναδέλφους των διαδίκων, οι οποίοι ανάφεραν το γεγονός στους εναγόμενους (υπό την ιδιότητα αυτών και ως συνδικαλιστικών τους εκπροσώπων) αιτούμενοι την διερεύνηση του θέματος και την παρέμβασή τους προς τους ανωτέρους τους. Ο από πλευράς του ενάγοντος ισχυρισμός ότι προσήλθε στην Υπηρεσία του στις 12.03.2020 καθόσον υπήρχε σύσταση περιορισμού των επαφών και αποχής από την εργασία (κατά το με αριθμό πρωτοκόλλου Δια/Γ/Π.οικ.16393 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας) δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός όντως μετέβη στην Υπηρεσία του μια ημέρα νωρίτερα από ότι προέβλεπε η ειδική αναρρωτική άδεια, που του είχε χορηγηθεί από την Υπηρεσία Υγειονομικού του ΥΝΑΝΠ. Ενισχυτικό μάλιστα της ως άνω κρίσης είναι και το γεγονός ότι κατά την ως άνω ημέρα που αυτός επέστρεψε στην Υπηρεσία του διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να γίνει αλλαγή στο Σύστημα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού Προσωπικού (ΣΔΑΠ) ώστε να έχει δικαίωμα υπογραφής εκείνη την ημέρα (βλ. σχετική μνεία περί αυτού στην από 19.03.2020 έκθεση διοικητικής διερεύνησης του Αντιπλοιάρχου …. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι αρχικά συνέταξαν την από 12.03.2020 επιστολή τους, την οποία απηύθυναν προς τους κάτωθι αποδέκτες : τον Υπουργό Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (ΥΝΑΝΠ) …, τον Γενικό Γραμματέα ΥΝΑΝΠ…. …., τον Αρχηγό Λιμενικού Σώματος (ΛΣ) Αντιναύαρχο Λιμενικού Σώματος Ελληνικής Ακτοφυλακής (ΛΣ-ΕΛΑΚΤ …, τον Α’ Υπαρχηγό ΛΣ Αντιναύαρχο ΛΣ-ΕΛΑΚΤ …, τον Β’ Υπαρχηγό ΛΣ Αντιναύαρχο ΛΣ-ΕΛΑΚΤ …, τον Διευθυντή Δ’ Κλάδου Αρχιπλοίαρχο ΛΣ-ΕΛΑΚΤ … και τον Διευθυντή Υγειονομικού Αρχιπλοίαρχο ΛΣ-ΕΛΑΚΤ …, όπου ανέφεραν τα κάτωθι (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο): Κύριοι, λαμβάνοντας υπόψη την Δημόσια υγεία αλλά και την σημερινή διάταξη του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κ. Πλιώτα ο οποίος με εγκύκλιο που απέστειλε σήμερα στους εισαγγελείς όλης της χώρας αναφέρεται στο άρθρο 285 του Ποινικού Κώδικα σημειώνοντας τα κάτωθι: Επαπειλείται φυλάκισης έως και 3 χρόνια για όσους πολίτες παραβιάζουν τους κανόνες και τους περιορισμούς αρμοδίων υγειονομικών αρχών για την αποτροπή εξάπλωσης του κορονοϊού, ενώ εάν επέλθει θάνατος προβλέπεται κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και εάν προκληθεί θάνατος μεγάλου αριθμού πολιτών, προβλέπεται ισόβια κάθειρξη. Με βάση τα ανωτέρω, καταγγέλλουμε ότι στέλεχος του Λιμενικού το οποίο έχει διαταχθεί να μην προσέλθει στην Υπηρεσία (μπαίνοντας σε προληπτική καραντίνα) από τη Διεύθυνση Υγειονομικού μέχρι και την Παρασκευή 13.03.2020, εντούτοις σήμερα Πέμπτη 12.03.2020 ήταν κανονικά στο ΥΝΑΝΠ. Παρακαλώ για τις δικές σας ενέργειες και επιφυλασσόμεθα δια παν νόμιμο δικαίωμα μας προκειμένου να προφυλάξουμε την υγεία των συναδέλφων και συνανθρώπων μας». Με βάση τα άνω πραγματικά περιστατικά κινήθηκε αυτεπαγγέλτως από την υπηρεσία των διαδίκων η διοικητική διερεύνηση του ζητήματος, στο πλαίσιο της οποίας ο πρώτος εναγόμενος απέστειλε την από 17.03.2020 και ο δεύτερος εναγόμενος την από 20.03.2020 ατομική αναφορά (μη υπηρεσιακή) προς τον διενεργούντα την εν λόγω διαδικασία Αντιπλοίαρχο … το περιεχόμενο των οποίων έχει ως εξής: Η από 17.03.2020 αναφορά: «1. Σε εκτέλεση ανωτέρω σχετικής, σας αναφέρω ότι 12/03/2020 η Ένωσή μας δέχτηκε τηλεφωνικές κλήσεις οι οποίες ανέφεραν ότι ο Πλωτάρχης … βρισκόταν στο Υπουργείο παρ’ ότι η Υπηρεσία Υγειονομικού τον είχε θέσει σε προληπτική καραντίνα από την 06/03/2020 έως και την 13/03/2020 και ως εκ τούτου οι συνάδελφοι εξέφραζαν φόβο για τη υγεία τους. 2. Τις τηλεφωνικές κλήσεις από συναδέλφους στην Ένωση δεχτήκαν οι α) ο … εκτελών χρέη γραμματειακής υποστήριξης, β) ο … Αντιπρόεδρος …. και εγώ ως Γενικός Γραμματέας της …. . 3. Κατόπιν των ανωτέρω και προς διερεύνηση των καταγγελλομένων, μεταβήκαμε εγώ και ο Αντιπρόεδρος μεσημβρινή ώρα, στον δεύτερο όροφο και διαπιστώσαμε ότι ο Πλωτάρχης … εξερχόταν από το γραφείο του Αντιπλοιάρχου … και εν συνεχεία συνομιλούσε πέριξ του διαδρόμου με τον ΔΚΔ’ Υποναύαρχο Λ.Σ. …, την παρούσα στιγμή μεταξύ άλλων βρισκόταν και ο Ανθυπασπιστής …. 4.Αργότερα το απόγευμα της ίδιας ημέρας και περί ώρα 20.00 συνομίλησα με την Ανθυποπλοίαρχο Λ.Σ. … και μου επιβεβαίωσε ότι η καραντίνα για το γκρουπ που ταξίδεψε στο Ισραήλ, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Πλωτάρχης Λ.Σ …, ισχύει ως την Παρασκευή 13/03/2020 και ύστερα από εκδώσαμε την ανακοίνωσή μας. 5. Επίσης θέλω να αναφέρω, ότι είδα τον Πλωτάρχη Λ.Σ. …στις εκλογές της … όπου ήταν υποψήφιος, μεσημβρινές ώρες στο ισόγειο του Αρχηγείου την 06/03/2020, ενώ γνωρίζω από άτομα του ίδιου γκρουπ ότι είχαν ενημερωθεί από το Υγειονομικό τις πρωινές ώρες να μην προσέλθουν για την ημέρα αυτή για εργασία και μέχρι την 13/03/2020. Και το θεώρησα πολύ παράξενο. 6. Τέλος θεωρώ ότι έπραξα το καθήκον μου ως Γενικός Γραμματέας της … η οποία έχει 2400 μέλη στελέχη του Λ.Σ. στο Νομό Αττικής έχοντας ως γνώμονα την προστασία των συναδέλφων και εν γένει την διασφάλιση της δημόσιας υγείας», Η από 20.03.2020 αναφορά: «Κατόπιν σχετικής αναφέρεται ότι 12.03.2020 μεσημβρινές ώρες δεχθήκαμε τηλεφωνικές καταγγελίες από μέλη της Ένωσής μας, για στέλεχος της Υπηρεσίας το οποίο τελούσε σε κατ’ οίκον περιορισμό μετά από ταξίδι του στους «Αγίους Τόπους» και βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στην Υπηρεσία. Μετά από μια διερεύνηση που κάναμε ως Δ.Σ. Ένωσης ως οφείλαμε προς τα μέλη μας, το εν λόγω στέλεχος βρισκόταν στην Υπηρεσία την 12/03/2020 μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας, θεωρήσαμε χρέος μας να κάνουμε το αυτονόητο για την ασφάλεια της υγείας όλων των Συναδέλφων που υπηρετούν στο ΥΝΑΝΠ. Το εν λόγω Στέλεχος βρισκόταν στην Υπηρεσία όχι μόνο την συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά και την 06/03/2020 πρωινές-μεσημβρινές και αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από το μητρώο μελών της … διότι τη συγκεκριμένη μέρα είχαν εκλογές του Σωματείου όπου και ήταν υποψήφιος. Το Στέλεχος ήταν ο ΠΛΩΤΑΡΧΗΣ Λ.Σ. … ». Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι σε βάρος του ενάγοντος κινήθηκε με ενέργειες της υπηρεσίας και ποινική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας οι εναγόμενοι κλήθηκαν και κατέθεσαν ως μάρτυρες. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος στο πλαίσιο διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης εξετάσθηκε ενόρκως στις 23.03.2020 ενώπιον των αρμόδιων ανακριτικών υπαλλήλων (κατόπιν της με αριθμό ΑBM 102/2020 παραγγελίας της Εισαγγελίας Ναυτοδικείου Πειραιώς) όπου και κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι «[…] την 12/03/2020 η Ένωσή μας δέχτηκε τηλεφωνικές κλήσεις οι οποίες ανέφεραν ότι ο Πλωτάρχης Λ.Σ. … βρισκόταν στο Υπουργείο παρότι η Υπηρεσία Υγειονομικού τον είχε θέσει σε προληπτική καραντίνα από την 06/03/2020 έως και την 13/03/2020 και ως εκ τούτου οι συνάδελφοι εξέφραζαν φόβο για τη υγεία τους. Η συγκεκριμένη καραντίνα αφορούσε τα στελέχη τα οποία είχαν λάβει μέρος στην πρόσφατη εκδρομή που πραγματοποιήθηκε στους Αγίους Τόπους. Τις τηλεφωνικές κλήσεις από συναδέλφους στην Ένωση δέχθηκαν οι α) …, εκτελών χρέη γραμματειακής υποστήριξης, β) ο …, Αντιπρόεδρος … και γ) εγώ ως Γενικός Γραμματέας της… . Κατόπιν των ανωτέρω και προς διερεύνηση των καταγγελλομένων μεταβήκαμε την ίδια ημέρα και μεσημβρινή ώρα εγώ και ο …, στον δεύτερο όροφο και διαπιστώσαμε ότι ο Πλωτάρχης Λ.Σ. …, ο οποίος υπηρετεί στην Διεύθυνση Προσωπικού εξερχόταν από το γραφείο του Αντιπλοιάρχου Λ.Σ. … και εν συνεχεία συνομιλούσε πέριξ του διαδρόμου με τον Κλαδάρχη Προσωπικού Υποναύαρχο Λ.Σ. …. Στο συγκεκριμένο σημείο βρισκόταν και ο Ανθυπασπιστής Λ.Σ. …. Αργότερα το απόγευμα της ίδιας ημέρας και περί ώρα 20.00 συνομίλησα με την Ανθυποπλοίαρχο Λ.Σ. …, γραμματέας του Διευθυντή Υγειονομικού Αρχιπλοίαρχου (ΥΙ) Λ.Σ. …. …. και μου επιβεβαίωσε ότι η καραντίνα για το γκρουπ που ταξίδεψε στο Ισραήλ, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Πλωτάρχης Λ.Σ. …, ισχύει ως την Παρασκευή 13/03/2020. Εν συνεχεία την 12/03/2020 και περί ώρα 22:00 εκδόθηκε η ανακοίνωση της Ένωσης μας περί καταγγελίας για παραβίαση των μέτρων προφύλαξης για τον κορονοϊό από στέλεχος του Υπουργείου Ναυτιλίας. Επίσης θέλω να αναφέρω, ότι είδα μεσημβρινές ώρες στο ισόγειο του Αρχηγείου την 06.03.2020 τον Πλωτάρχη Λ.Σ. … στις εκλογές της … όπου ήταν υποψήφιος. Θεώρησα το γεγονός πολύ παράξενο διότι γνώριζα από άτομα του ίδιου γκρουπ ότι είχαν ενημερωθεί από την Διεύθυνση Υγειονομικού τις πρωινές ώρες να μην προσέλθουν για την ημέρα αυτή για εργασία και μέχρι την 13/03/2020. Τέλος θεωρώ ότι έπραξα το καθήκον μου ως Γενικός Γραμματέας της … η οποία αριθμεί 2400 μέλη στελέχη του Λ.Σ. στο Νομό Αττικής έχοντας ως γνώμονα την προστασία των συναδέλφων και εν γένει την διασφάλιση της δημόσιας υγείας […]» ενώ σε μεταγενέστερο σημείο σε σχετική ερώτηση του διενεργούντος την εξέταση απάντησε ότι ο ενάγων παραβίασε την καραντίνα στην οποία είχε τεθεί από την Διεύθυνση Υγειονομικού. Αναφορικά με τον δεύτερο εναγόμενο αποδείχθηκε ότι στο ίδιο ως άνω πλαίσιο διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης εξετάσθηκε επίσης ενόρκως στις 20.03.2020 ενώπιον των αρμόδιων ανακριτικών υπαλλήλων (κατόπιν της με αριθμό ΑΒΜ 102/2020 παραγγελία της Εισαγγελίας Ναυτοδικείου Πειραιώς) όπου και κατέθεσε μεταξύ άλλων « […] Την 12/03/2020 μεσημβρινές ώρες δεχθήκαμε στο γραφείο της Ένωσης τηλεφωνικές καταγγελίες από μέλη της Ένωσής μας, για στέλεχος του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, το οποίο τελούσε σε κατ‘ οίκον περιορισμό μετά από ταξίδι του στους Αγίους τόπου και βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στην Υπηρεσία του. Συγκεκριμένα οι καταγγελίες αφορούσαν τον Πλωτάρχη Λ.Σ. …. Μετά από μια διερεύνηση που κάναμε ως Δ.Σ. Ένωσης ως οφείλαμε προς τα μέλη μας, το εν λόγω στέλεχος βρισκόταν στη Διεύθυνση Προσωπικού, όπου υπηρετεί, την 12/03/2020 μεσημβρινές ώρες. Θεωρήσαμε χρέος μας να κάνουμε το αυτονόητο για την ασφάλεια της υγείας όλων των συναδέλφων που υπηρετούν στο Υπουργείο και να ενημερώσουμε την Ιεραρχία του Υπουργείου. Συγκεκριμένα ο Πλωτάρχης Λ.Σ. … βρισκόταν στο Υπουργείο όχι μόνο την 12/03/2020 αλλά και την 06/03/2020 πρωινές-μεσημβρινές ώρες και αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από το μητρώο μελών της …. …. …. …. …. (….) διότι τη συγκεκριμένη μέρα είχαν εκλογές του Σωματείου όπου και ήταν υποψήφιος […]»Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς προκειμένου να δικασθεί ως κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη της παραβίασης μέτρων για την πρόληψη ασθενειών κατά συρροή (πράξεις 2) [βλ. σχετικά αντίγραφο του με αριθμό 38/2020 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως του Ναυτοδικείου Πειραιώς]. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω μνημονευόμενου δικαστηρίου, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 11.11.2021 ο πρώτος εναγόμενος εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας κατέθεσε τα ακόλουθα: «Είμαι Γενικός Γραμματέας της … …. …. και …. . Δεν έχω κάνει καμία αναφορά, μόνο μια ανακοίνωση, στην οποία δεν αναφέρθηκε κανένα στέλεχος. Το μεσημέρι της 12/3 λάβαμε στην … ένα τηλεφώνημα ότι υπάρχει στέλεχος του Λ.Σ. που είναι σε καραντίνα μαζί με άλλα άτομα κι αυτός βρισκόταν στην υπηρεσία. Συνέχιζαν να μας τηλεφωνούν και κάναμε την καταγγελία προς τον Κλαδάρχη. Υπήρχαν μέτρα, γιατί είχα φίλους που ήταν στο ίδιο γκρουπ και μου είπαν ότι δεν έπρεπε να παραστούν στην υπηρεσία. Στην αναρρωτική άδεια δεν απαγορεύεται να βγει κανείς από το σπίτι ή να πάει στην δουλεία του αν μπορεί. Ήταν στην αρχή της πανδημίας. Φαινόταν ότι υπάρχει κάποιο μέτρο που παραβιάζεται. Μας τηλεφωνούσαν συνάδελφοι που είχαν αγωνία και τρόμο. Τα άλλα στελέχη και για 15μέρες δεν πήγαν στην υπηρεσία τους. Δεν γνωρίζω τι έγινε στην περίπτωση του κατηγορουμένου. Επικοινώνησα με την κα. ….., που ήταν η Γραμματέας του Διευθυντή του Υγειονομικού και μου είπε ότι τα άτομα που είχαν πάει στους Αγίους Τόπους από τις 6/3 είχαν διαταχθεί να μην έρθουν υπηρεσία για 15 μέρες. Δεν θυμάμαι πότε βγήκαν οι συστάσεις από το Υπουργείο Υγείας». Ο δεύτερος εναγόμενος κατά την ίδια ως άνω δικάσιμο του ιδίου δικαστηρίου εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας κατέθεσε τα ακόλουθα «Είμαι Αντιπρόεδρος στην …. …. …. και …. . Είχε γίνει μια εκδρομή στους Αγίους Τόπους και μας τηλεφώνησαν τα μέλη ότι υπήρχε στην υπηρεσία κάποιος που ήταν σε αυτή την εκδρομή. Τα μέλη που πήγαν τέθηκαν σε καραντίνα από την υγειονομική υπηρεσία να μην έρθουν στην υπηρεσία για 15 ημέρες, ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά. Μέσα στα 15-20 άτομα του γκρουπ ήταν και ο ταμίας της Ένωσης, διατάχθηκε τηλεφωνικά να μην προσέλθει στην υπηρεσία. Ήταν στην αρχή της πανδημίας και δεν ξέρω ποια ήταν τα μέτρα τότε. Δεν ξέρω αν ήταν διαταγή ή αναρρωτική άδεια, δεν ξέρω πώς είχε περαστεί στο σύστημα για τον συνεργάτη μου. Μου είπε ότι του είπαν να παραμείνει στην οικία του για να δούμε τι θα γίνει». Τελικώς προέκυψε ότι ο ενάγων με την με αριθμό 116/2021 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς κρίθηκε αθώος της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας με το σκεπτικό μεταξύ άλλων ότι υπήρξε σύσταση στους εργαζόμενους με ιστορικό ταξιδιού σε περιοχές με συνεχιζόμενη μετάδοση του ιού είτε με ιστορικό στενής επαφής με επιβεβαιωμένο κρούσμα εντός των προηγούμενων 14 ημερών, που ήταν ασυμπτωματικοί, να περιορίσουν τις επαφές τους και να απέχουν από την εργασία τους επί 14ήμερο τουλάχιστον από την επιστροφή τους από το ταξίδι και να παρακολουθούν στενά την υγεία τους και όχι απαγόρευση ή περιορισμός στις μετακινήσεις. Κατέληξε δε το δικαστήριο εκείνο στο εξής: «παρέλκουσας κάθε έτερης ενασχόλησης με τις ουσιαστικού χαρακτήρα πραγματολογικές πτυχές της διερευνούμενης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου (όπως είναι η προφανής παραδοχή ότι κατά τη διάρκεια μιας άδειας, κανονικής ή ειδικού χαρακτήρα/σκοπού, ακόμα και αναρρωτικής, το υποκείμενο της αδείας δεν υπόκειται καταρχήν σε ειδικούς περιορισμούς, παρά μόνο όταν αυτοί προβλέπονται ή συνάγονται παρακολουθηματικά από ειδικές διατάξεις ή καταστάσεις, όπως πχ όταν πρόκειται να ταξιδέψει στο εξωτερικό και απαιτείται η έκδοση των αντίστοιχων ταξιδιωτικών εγγράφων ή η πρότερη έγκριση της υπηρεσίας), εγκαθιδρύεται στα μέλη του Δικαστηρίου εδραία και ομόφωνη η πεποίθηση ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι όροι πλήρωσης της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο κατηγορήθηκε ο …, επειδή ελλείπει ο εκ του νόμου απαιτούμενος για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 285 ΠΚ όρος της ύπαρξης μέτρων τεθέντων από το νόμο ή με επιτακτική διαταγή της αρχής […]» (βλ. σχετικά την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως με αριθμό 116/2021 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιά). Από άπαντα τα ως άνω αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά συνάγονται τα ακόλουθα: Δυνάμει του με αριθμό πρωτοκόλλου 2530.1/18633/2020 εγγράφου της Υπηρεσίας Υγειονομικού του Λ.Σ. ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα κάτωθι κρίσιμα εν προκειμένω: « Αναφορικά με την προσκυνηματική εκδρομή στου Αγίους Τόπους, […] σας ενημερώνουμε ότι η επιστροφή τους στην Ελλάδα και στις υπηρεσίες τους πραγματοποιήθηκε πριν ακόμα το Ισραήλ χαρακτηρισθεί χώρα με κρούσματα του κορονοϊού COVID 19. Εφόσον ορίσθηκε το Ισραήλ ως χώρα μετάδοσης του COVID 19 την 05.03.2020, μετά την ανακοίνωση από το Υπουργείο Υγείας του κρούσματος που είχε επιστρέψει από εκεί, το προαναφερόμενο προσωπικό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και οι πολιτικοί υπάλληλοι ΥΝΑΝΠ τέθηκαν εκτός υπηρεσίας για το χρονικό διάστημα από 06.03.2020 έως και 13.03.2020 και καταχωρήθηκε στο ΣΔΑΠ ως ειδική αναρρωτική άδεια κατόπιν διαταγής στρατιωτικής ηγεσίας». Συνεπώς η Υπηρεσία Υγειονομικού του ΥΝΑΝΠ είχε θέσει το προσωπικό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και τους πολιτικούς υπαλλήλους του ΥΝΑΝΠ με διαταγή της στρατιωτικής ηγεσίας σε ειδική αναρρωτική άδεια και ως εκ τούτου υπήρχε συγκεκριμένη οδηγία (διαταγή) αναφορικά με την παρουσία των εν λόγω προσώπων στην Υπηρεσία. Το γεγονός άλλωστε ότι ο ενάγων ευρισκόταν στην Υπηρεσία του τις ως άνω ημερομηνίες (06.03.2020 και 12.03.2020) δεν το αμφισβητεί ούτε ο ίδιος προβάλλοντας ωστόσο δικαιολογητικές αιτίες, οι οποίες αξιολογήθηκαν ανωτέρω. Συνεπώς το ότι ο ενάγων ευρισκόταν στην Υπηρεσία κατά τις ως άνω ημερομηνίες ήταν αληθές. Οι εναγόμενοι όντως προέβησαν στην σύνταξη και κοινοποίηση των ως άνω από 12.03.2020 επιστολών τους στο πλαίσιο των καταγγελιών, που αυτοί δέχθηκαν και με σκοπό την διερεύνηση του ζητήματος, την προφύλαξη της υγείας των λοιπών συναδέλφων τους και την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας. Ειδικότερα, οι από πλευράς εναγομένων επίδικες αναφορές έλαβαν χώρα σε εκτέλεση της υποχρέωσης τους ως στελεχών του Λ.Σ. και ως συνδικαλιστικών εκπροσώπων, περιορίσθηκαν δε στην απλή παράθεση των πραγματικών περιστατικών χωρίς αναφορά στα στοιχεία ταυτότητας του ενάγοντος. Προέβησαν δε στην ως άνω ενέργεια τους με το ανωτέρω περιεχόμενο, ενόψει του ότι είχαν γίνει αποδέκτες έντονης ανησυχίας αναφορικά με ένα ζήτημα το οποίο άπτονταν της δημόσιας υγείας, της λειτουργίας της υπηρεσίας σε συνδυασμό και με το ότι κατά τον επίμαχο χρόνο ( επρόκειτο για τα αρχικά στάδια της πανδημίας) υπήρχε έντονος προβληματισμός σχετικά με τους τρόπους εξάπλωσης της νόσου αυτής και πλήθος ενημερωτικών οδηγιών για λήψη γενικών προληπτικών μέτρων κατά της διασπορά του εν λόγω ιού. Ήταν δε πρόσωπα, που λόγω της θέσης και της δράσης τους, όφειλαν να προβούν στην διερεύνηση του σοβαρού ζητήματος που είχε ανακύψει στους κόλπους της Υπηρεσίας, σκοπός τους δε ήταν η πληροφόρηση των συναδέλφων τους για ένα μείζον ζήτημα που άπτονταν της δημόσιας υγείας και η προστασία και διαφύλαξη αυτής (της δημόσιας υγείας). Συνεπώς στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ως άνω ενέργειά τους αποτέλεσε το επιβαλλόμενο κατ’ αντικειμενική κρίση, αναγκαίο μέτρο για την διαφύλαξη του ως άνω δικαιώματος τους, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η κατ’ άλλο τρόπο πραγματοποίησή του. Εξάλλου, από τον τρόπο και τις περιστάσεις που έδρασαν οι εναγόμενοι, από την συνολική εκτίμηση του περιεχόμενου των εν λόγω επιστολών-αναφορών που προσιδιάζει σε τέτοιου είδους υπηρεσιακές αναφορές, δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης ήτοι ειδικός σκοπός έκφρασης καταφρόνησης στο πρόσωπο του ενάγοντος. Τούτο διότι οι ανωτέρω εναγόμενοι δεν υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο στις εκφράσεις τους, καθόσον το προαναφερόμενο περιεχόμενο των επίμαχων αναφορών -καταγγελιών, δεν αποδείχθηκε ότι ενέχει έντονα απαξιωτικά και μειωτικά της τιμής και της υπόληψή της ενάγοντος στοιχεία, ούτε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς αντιθέτως ότι τα διαλαμβανόμενα ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαία για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των όσων οι εναγόμενοι ήθελαν να εκθέσουν ενώπιον των ιεραρχικά ανωτέρων τους ως μέσο προάσπισης των συμφερόντων των ιδίων και των συναδέλφων τους. Μάλιστα στις από 12.03.2020 αναφορές αποφεύγουν να κατονομάσουν ειδικά τον ενάγοντα. Εξάλλου ας σημειωθεί ότι τόσο η διοικητική διαδικασία όσο και η ποινική διαδικασία κινήθηκαν αυτεπάγγελτα. Συνεπώς, η επέμβαση στην προσωπικότητα του ενάγοντος έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της νόμιμης ένστασης της διάταξης του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ (αναλογικά εφαρμοζόμενου και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου), που προέβαλαν οι εναγόμενοι, απορριπτομένης της προβληθείσας (τόσο καθ’ υποφοράν με την αγωγή όσο και με τις προτάσεις και ειδικότερα αναλυόμενη με την προσθήκη-αντίκρουση) αντένστασης της διάταξης του άρθρου 367 παρ.2 περ. β’ ΠΚ), που προέβαλε ο ενάγων. Ομοίως οι εναγόμενοι κληθέντες ως μάρτυρες τόσο κατά την διοικητική διερεύνηση του εν λόγω ζητήματος όσο και κατά την κινηθείσα σε βάρος του ενάγοντος ποινική διαδικασία επανέλαβαν τα όσα εξαρχής είχαν αναφέρει, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά δίχως να χρησιμοποιούν εκφράσεις και χαρακτηρισμούς που να σκοπούν στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, περιοριζόμενοι στα γεγονότα. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές δεν υφίσταται σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 ΑΚ, ούτε παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους κατά την έννοια του άρθρου 57 ΑΚ, με αποτέλεσμα να μην θεμελιώνεται αξίωσή του σε βάρος των εναγομένων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης από αδικοπραξία και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους. Συνακόλουθα πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο ενάγων στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, κατόπιν σχετικού νόμω βασίμου αιτήματός τους, εξαιτίας της ήττας αυτού (άρθρα 176 παρ.1, 180, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ και άρθρα 58 παρ. 3 – 4, 63 παρ. 1, 68 παρ. 1 και 84 παρ. 1 του Ν. 4194/ 2013 «Κώδικας περί Δικηγόρων», Ν.4640/ 2019), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη, δημόσια και στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου συνεδρίαση, στις 01- Μαΐου- 2024 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ